Τάσεις αυτοκτονίας

9 Φεβ.

Ο Χουίτης έβηξε δυνατά, έφτυσε χλέπες με μανία, χτύπησε με την παλάμη του το στήθος του, μα το ανυπόφορο κάψιμο του άθλιου αυτού γάρου, γεμισμένο με καπνό από τσιγάρο Marlboro κόκκινο και μαυρισμένους, γεμάτους χημικά αλβανικούς παπάδες, δεν έλεγε να περάσει. Έτριψε απαλά το λαιμό του και τον ένιωσε να ζεματάει. Το κεφάλι του βάραινε, το στήθος του πονούσε. Ζαλιζόταν. Δεν έπρεπε να πέσει ξερός στο προαύλιο της φυλακής, ήξερε ότι έπρεπε να μείνει όρθιος ή, ακόμα καλύτερα, να γυρίσει στο κελί του. Μα αμφέβαλλε για το αν θα κατάφερνε να περπατήσει μέχρι εκεί. Προσπάθησε να σύρει αργά το σώμα του, μα το ένιωθε μουδιασμένο. Προτίμησε να μείνει εκεί, όρθιος, στο βρώμικο πεζούλι του προαυλίου της φυλακής. Ένιωθε σαν να είχε σουτάρει πρέζα.

Ο τελευταίος αυτός αλβανός τον είχε τσακίσει. Είχε αρχίσει να συνηθίζει στο ψεκασμένο αυτό πράγμα που έμοιαζε με χόρτο, αλλά αυτή η φορά ήταν διαφορετική. Οι παπάδες δεν ήταν μαύροι, ήταν κυριολεκτικά πίσσα, και η μυρωδιά δεν ήταν αυτή η ενοχλητική μυρωδιά μεταξύ κάτουρου και χημικών, αλλά μια έντονη μυρωδιά σκατίλας και εντομοφάρμακων που προκαλούσε αηδία. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί το κάπνιζε αυτό το πράμα. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως είχε βρεθεί σε αυτή την απόλυτη κατάσταση σαπίλας και παρακμής. Αυτός ο αλβανός ήταν το μόνο που του άξιζε πάντως, αυτό μπορούσε να το καταλάβει. Έμεινε πρεζομένος στην αυλή μέχρι που οι νευρικοί δεσμοφύλακες τον στείλανε, μαζί με όλους τους άλλους κρατούμενους, πίσω στο κελί του.

Έπεσε στο άβολο στρώμα του και κοιμήθηκε αμέσως. Ο ύπνος του ήταν βαρύς και ήσυχος, χωρίς όνειρα και χωρίς εφιάλτες. Ξύπνησε δεκαπέντε ώρες αργότερα, κουρασμένος, στενοχωρημένος, αηδιασμένος. Τέντωσε το λαιμό και τα χέρια του, έτριψε τα μαυρισμένα και γεμάτα τσίμπλες μάτια του και ξανάπεσε στο κρεβάτι. Με δυσκολία κουνούσε τα άκρα του. Οι πρώτες άσχημες σκέψεις της ημέρας άρχισαν να περνάνε απ’ το μυαλό του, οι σκέψεις εκείνες οι καταθλιπτικές, οι σκέψεις που τον ρίχνανε στην άβυσσο κάθε φορά, που τον τρομάζανε με την κενότητα τους. Δεν τις άντεχε, μα δε μπορούσε να τις αποφύγει. Έβηξε δυνατά. Ο λαιμός του είχε καταστραφεί, το ίδιο και τα πνευμόνια του. Σε λίγους μόλις μήνες είχε καταφέρει να κάνει τόσα όργανά του να σαπίσουν, και αυτό, στ’ αλήθεια, τον έκανε να νιώθει κάπως περήφανος… Τουλάχιστον έδινε ένα νόημα στη ζωή του…

Οι μέρες κυλούσανε αργά, πιο αργά από ποτέ, τόσο αργά που κάθε μέρα έμοιαζε με αιωνιότητα. Οι ύπνοι του ήταν πάντα οι ίδιοι βαριοί ύπνοι της πρεζόφουντας. Το φαγητό πάντα το ίδιο άθλιο. Η κάθε ώρα που περνούσε, πάντα ίδια με την προηγούμενη. Το μόνο που άλλαζε ήταν ο αλβανός που αγόραζε. Κάθε φορά ήταν και χειρότερος. Όλο και πιο μαύρος, όλο με περισσότερα χημικά, λιπάσματα, εντομοκτόνα, κάτουρα και ποιος ξέρει και τι άλλο. Όταν πια τα πνευμόνια του δεν άντεξαν άλλο και ο Χουίτης έμεινε να ξερνάει στη βρώμικη χέστρα για ώρες, τότε ήταν που άρχισε να σκέφτεται σοβαρά για τη ζωή του. Χα! Σοβαρά! Πόσο σοβαρά μπορεί να πάρει κανείς μια τόσο κενή κι ελεεινή ζωή;

Ένα βράδι πια δεν άντεξε τις σκέψεις που κουράζαν το μυαλό του, και με βλέμμα βαθύ και χαμένο κοίταξε τους δυο συγκρατούμενους του που ξαπλωμένοι χάζευαν το άπειρο. «Παιδιά, τους είπε και τράβηξε την προσοχή τους, σκέφτομαι να αυτοκτονήσω…» Οι δυο έμειναν για λίγο σιωπηλοί και τελικά ο πρώτος απάντησε: «Φίλε, νομίζω το χεις κάψει με τους αλβανούς. Μείωσε το λιγάκι, αυτό θα σε βοηθήσει. Πίνε πιο σπάνια, θα σώσεις και μερικά φράγκα έτσι…» «Τι να τα κάνω τα φράγκα; Και τι σχέση έχουν οι αλβανοί; Το θέμα είναι ότι η ζωή μου είναι άθλια και ακόμα και να έβγαινα αύριο απ’ τη φυλακή δε θα είχε κανένα νόημα. Είμαι ένα ρεμάλι, ένας άθλιος τύπος, όλοι με μισούν, μέχρι κι η ίδια μου η μάνα. Τι σημασία έχει;..» απάντησε ο Χουίτης και έκατσε σιωπηλός κι απεγνωσμένος. «Μη σκέφτεσαι έτσι ρε, θα περάσει,» είπε το έτερο βαποράκι, μα εκείνος ήξερε πως δεν υπήρχε τίποτα για να περάσει. Αυτό ήταν που τον τρόμαζε πιο πολύ απ’ όλα.

Η αυτοκτονία θα ήταν μια λύση. Σίγουρα θα ήταν μια λύση, και όσο το σκεφτόταν του φαινόταν πως ήταν η μοναδική, ή, έστω, η καλύτερη λύση. «Ναι, και γιατί όχι;» είπε θαρραλέα, μα η κραυγή μικρού κοριτσιού που έβγαλε απ’ τα σπλάχνα του και οι μύξες που άρχισαν να τρέχουν απ’ τα ρουθούνια του τον πρόδωσαν. Φοβόταν το θάνατο, δε μπορούσε να το αρνηθεί. Και ακόμα κι αν ήταν η μόνη λύση… όχι, όχι, αυτό δεν ήταν λύση… δε μπορούσε να είναι λύση… Έμεινε στο κρεβάτι του και οι δυο μικροέμποροι έκαναν πως δεν άκουσαν τίποτα. Το δίλημμα ήταν τόσο μεγάλο, η ουσία τόσο μικρή, η ζωή τόσο άδεια, το κεφάλι τόσο βαρύ… Και πόσες νύχτες αϋπνίας θα περνούσε…

Οι βαθιοί ύπνοι είχαν αρχίσει να αντικαθιστώνται από ατελείωτες ώρες κενότητας, ώρες μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ώρες πόνου και αυτοβασανισμού. Και αν οι λίγες αυτές ώρες της ημέρας που τον έκαναν να ξεχνιέται και να ηρεμεί άρχιζαν και γίνονταν τόσο ανυπόφορες όσο και όλες οι υπόλοιπες, τότε;.. Η σκέψη της αυτοκτονίας δεν έλεγε να φύγει απ’ το μυαλό του, όσο κι αν τον φόβιζε. Μικρά ποτάμια ιδρώτα διέσχιζαν το σώμα του και κατέληγαν στα βρώμικα γκρίζα σεντόνια. Η μπίχλα του κελιού τον ενοχλούσε πολύ περισσότερο από πριν. Πλέον δεν την άντεχε.

Το επόμενο πρωί ο ουρανός είχε καλυφτεί από μαύρα σύννεφα. Δεν θα έπεφτε ούτε μια σταγόνα βροχής. Ο Μαρινγκλέν πλησίασε τον Χουίτη στο προαύλιο μετά το φαγητό και τον ρώτησε αν ήθελε καθόλου φούντα. Ο δεύτερος τον κοίταξε σιωπηλός, με μάτια πρησμένα, που ταξίδευαν στο διάστημα. Με δυσκολία επικοινωνούσε με άλλους ανθρώπους πλέον. «Εεε, θες;» φώναξε εκνευρισμένος μετά από λίγο ο Αλβανός κρατούμενος, και ο Χουίτης κούνησε αργά πάνω κάτω το κεφάλι του. Ο μαυρισμένος παπάς δεν άξιζε τα λεφτά του. Τίποτα δεν άξιζε. Μα και τίποτα δεν είχε σημασία. Έστριψε ένα ακόμα απαίσιο γάρο, από αυτά που πλέον είχε σιχαθεί ακόμα και να βλέπει, και το ήπιε αργά. Σε κάθε τζούρα έφτυνε από πέντε χλέπες, και έβηχε τόσο που τα πνευμόνια του καίγανε. «Γαμώ το Χριστό μου…» σκέφτηκε καθώς πλησίαζε στο τέλος. Έτριψε τα μάτια του και γύρισε κουρασμένα στο κελί του.

Οι δυο συγκρατούμενοι του είχαν μείνει έξω στο προαύλιο. Το μόνο πράγμα που το προκαλούσε λίγη ευχαρίστηση πλέον ήταν αυτά τα λίγα λεπτά ηρεμίας όταν οι συγκρατούμενοι του ήταν έξω και είχε όλο το κελί για τον εαυτό του. Το κεφάλι του πονούσε. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, ήπιε λίγο νερό, και άφησε τις σκέψεις αυτοκτονίας να τριγυρίσουν στο κεφάλι του χωρίς να προβάλει αντίσταση. Έψαξε δεξιά κι αριστερά για κάτι αιχμηρό. Στο τραπέζι υπήρχαν μόνο μερικά στιλό. Δε μπορούσε να αυτοκτονήσει με στιλό…Κοίταξε στη μεριά των άλλων δυο. Τίποτα. Ακόμα και τα ποτήρια ήταν πλαστικά! Σκέφτηκε ότι ίσως κάποιος να κρατούσε κάτι αιχμηρό. Κοίταξε πάνω και κάτω απ’ τα κρεβάτια τους. Ξέστρωσε τα σεντόνια και έψαξε στο πάπλωμα. Τίποτα. Και τότε του ήρθε η ιδέα! Η τελευταία μεγάλη ιδέα.

Έπιασε το μακρύ σεντόνι και το τύλιξε έτσι ώστε να μοιάζει με σκοινί. Επιδέξια έφτιαξε μια θηλιά. «Αυτό θα κρατήσει…» σκέφτηκε. Ήξερε από κόμπους, είχε κάνει πρόσκοπος μικρός. Κοίταξε τριγύρω ψάχνοντας το κατάλληλο σημείο. Ίσως το παράθυρο… μπα, ήταν πολύ χαμηλά. Η πόρτα της τουαλέτας! Ναι, αυτό ήταν! Πέρασε το σκοινί από πάνω, και με λύπη διαπίστωσε πως σε καμία περίπτωση δε μπορούσε να κρεμαστεί έτσι… Η πόρτα ήταν πολύ κοντή, τα πόδια του θα ακουμπούσαν στο πάτωμα…

Πέταξε τα σεντόνια απ’ το λαιμό του και κουλουριασμένος στο κρεβάτι του ξέσπασε σε κλάμματα. Δεν θα αυτοκτονούσε. Δε θα αυτοκτονούσε ποτέ. Το ήξερε πως δε μπορούσε να αυτοκτονήσει… Το τραγικό τέλος του Χουίτη ήταν αυτή η συνειδητοποίηση. Το μεγάλο ρεμάλι, ο άντρας που προσπαθούμε να αποφύγουμε, που αλλάζουμε πεζοδρόμιο όταν τον συναντάμε τυχαία, είχε πλέον καταλάβει πως καμία διαφορά δε θα είχε είτε ζούσε είτε πέθαινε. Κι έτσι έζησε. Μόνος, πονεμένος, σακατεμένος, ο τραγικός ήρωας του δικού του έργου. Είρωνας σε κάθε του βλέμμα, είρωνας απέναντι στην ίδια τη ζωή. Εκείνος ο τύπος, ο περίεργος… Μα τουλάχιστον, ήταν καλό παίδι…

 

 

 

ΤΕΛΟΣ

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Τάσεις αυτοκτονίας”

  1. kirakos Φεβρουαρίου 12, 2013 στις 11:18 μμ #

    imoyn kalo paidi

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: