Ο θησαυρός στο βεστιάριο

12 Ιαν.

Ο κύριος Χουίτης έτρεξε βιαστικά μέχρι την πόρτα για να ανοίξει στο φίλο του που περίμενε απ’ έξω. Ένας ψηλός μελαχρινός άντρας με πυκνό μαύρο μούσι έκανε την εμφάνιση του στο κατώφλι. Φορούσε ένα μπλου τζιν και μια φαρδιά λευκή πουκαμίσα, και στο λαιμό του κρεμόταν ένα περίεργο μπιχλιμπίδι. Τον Μιχάλη τον είχε γνωρίσει στο αεροπλάνο της επιστροφής. Ήταν στην Τζαμάικα την ίδια περίοδο, άλλα σε άλλες περιοχές. Ο Μιχάλης είχε μείνει στο Πορτ Αντόνιο, το χωριό που αρχικά ήθελε να επισκεφτεί ο Χουίτης. Είχαν καθίσει δίπλα δίπλα και είχαν πιάσει την κουβέντα. Ήταν εντάξει τύπος, χασικλής όσο κι ο ίδιος, μα ήταν και λίγο χίπης, πράγμα ελαφρώς εκνευριστικό. Όπως και να χει, ο Χουίτης τον είχε συμπαθήσει αρκετά για να τον καλέσει σπίτι του για γάρα.

«Ωραίο σπίτι… μινιμαλιστικό,» είπε ο άντρας καθώς επεξεργαζόταν τον χώρο. «Συνήθως οι άδειοι χώροι είναι ιδανικοί για να καπνίζεις χόρτο. Δημιουργούν μια αύρα κενότητας…» Ο Χουίτης φάνηκε να συμφωνεί. «Ναι, είναι ωραία, έχω και καλή θέα,» απάντησε μετά από λίγο. Ο άντρας κάθισε στον καναπέ και έβγαλε τα παπούτσια του. «Πώς το συντηρείς το διαμέρισμα;» ρώτησε τον φίλο του. «Έ ξέρεις, τα βγάζω πέρα…» είπε ο οικοδεσπότης, ντροπιασμένος να αποκαλύψει πως ακόμα ζούσε με τα λεφτά του πατέρα του. «Κατάλαβα… Έχεις σκεφτεί ποτέ να βρεις μια δουλειά, απλή και κερδοφόρα;» ξαναρώτησε ο άντρας, κάνοντας τον Χουίτη να απαντήσει ταραγμένα, προς υπεράσπιση του εαυτού του, πως έχει δουλέψει πολλές φορές. «Όχι, όχι, δεν εννοώ αυτό, είπε ο Μιχάλης χαμογελαστός. Μου είχες πει κάτι για ένα βεστιάριο με γλάστρες, σωστά;» Ο Χουίτης κούνησε χαρούμενα το κεφάλι του, ήταν περήφανος για το βεστιάριο του. «Θες να τις δεις;» πρότεινε στον καινούριο φίλο του και, χωρίς να περιμένει απάντηση, τον οδήγησε στο μικρό, ευωδιαστό δωμάτιο.

Τα καταπράσινα φυτά έβγαιναν από τις μεγάλες μαύρες και καφέ γλάστρες, και μέσα απ’ τα άνθη τους ξεπρόβαλλαν χοντροί πυκνοί παπάδες. Ένας μικρός παράδεισος για χασικλήδες. Οι μυρωδιές από μόνες τους δημιουργούσαν μια αγαλλίαση στους δυο φίλους. Ο Χουίτης έδειξε περήφανα το πρώτο ανθισμένο φυτό στα δεξιά τους. «Αυτό είναι lemon haze. Μου έφερε τους σπόρους ένας φίλος πριν καιρό, δεν είμαι σίγουρος που τους βρήκε. Πολύ εύγευστο, πολύ απαλό όταν κατεβαίνει στο λαιμό, και πολύ αρωματικό. Από τα καλύτερα haze που έχω πιει, σε γεμίζει ενέργεια και ευφορία. Αυτό εδώ είναι white widow. Είχα παραγγείλει τους σπόρους από την Ολλανδία. Τα περισσότερα φυτά εδώ μέσα είναι από ολλανδικούς σπόρους. Πολύ καλό indica. Αρχικά λίγο πικάντικο, μα κατεβαίνει απαλά στο λαιμό. Από τα αγαπημένα μου. Κι αυτό είναι ΑΚ47. Κι αυτό από την Ολλανδία, μου το χε φέρει ένας φίλος απ’ το Άμστερνταμ. Πολύ ωραίο για άραγμα, βοηθάει στο να αδειάζεις το μυαλό σου. Μ’ αρέσει όταν το πίνω να βάζω να βλέπω ταινίες.» Ο Μιχάλης κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω και ψηλαφούσε απαλά με τα χέρια του τα φύλλα και τους παπάδες των φουντόφυτων που του έδειχνε ο φίλος του. Ο Χουίτης ήταν πολύ περήφανος για τα φυτά του, και ήταν πολύ χαρούμενος που είχε την ευκαιρία να τα δείξει σε κάποιον. «Και κείνο εκεί είναι o.g kush, φοβερό! Ολλανδία κι αυτό, και σε πολύ καλή τιμή. Δυο τζούρες είναι αρκετές για να στείλουν στα σύννεφα. Και πολύ δυνατή γεύση, εμένα μ’ αρέσει αυτό. Και σε γεμίζει ευφορία. Αυτό πρέπει να το δοκιμάσεις! Ααα, κι αυτό! Αυτό είναι ακόμα καλύτερο, είναι… αυτό τώρα είναι το sugar kush ή το purple kush; Δεν είμαι σίγουρος, ό,τι και να ‘ναι όμως είναι πολύ δυνατό. Κόψε έναν παπά να το δοκιμάσουμε. Κι αυτό εκεί είναι blue dream. Πολύ καλό σκανκ, αλλά σε ρίχνει για ύπνο γρήγορα. Είναι ωραίο πάντως. Και κείνο είναι power plant, όχι απ’ τα καλύτερα που έχω, αλλά αρκετά καλό. Ολλανδία επίσης. Δυνατό σατίβα, με ωραία γλυκιά γεύση. Αυτό μάλιστα είναι και το πρώτο είδος φούντας που έχω πιει! Κι αυτό εδώ είναι ντόπιο, κοκκινόφουντα Κρήτης. Έχω κάτι συγγενείς στην Κρήτη κι ένας θείος μου καλλιεργεί φούντες, και είχα κλέψει μερικούς παπάδες και λίγους σπόρους πριν μερικά χρόνια. Ντάξει, όχι κι ότι καλύτερο έχω πιει, και γενικά πιστεύω και λίγο υπερτιμημένο χόρτο, αλλά ωραίο. Λίγο βαρύ στο λαιμό, μα όχι με άσχημη γεύση και σε κάνει κομμάτια εύκολα. Αα, και κείνο είναι ωραίο. Είναι willy’s wonder…»

Ο Χουίτης συνέχισε να μιλάει για ώρα για τα χασισόφυτά του, και ο Μιχάλης τον άκουγε προσεκτικά. Όταν πια τελείωσε με την ξενάγηση και ο φιλοξενούμενος του είχε μάθει τα πάντα και για τις τριαντατρείς συνολικά γλάστρες του βεστιαρίου, γύρισε πίσω για να στρίψει ένα γάρο. Ο νέος του φίλος τον ακολούθησε. «Λοιπόν, πώς σου φάνηκε το μικρό δωμάτιο καλλιέργειας μου;» ρώτησε ο οικοδεσπότης χαμογελαστός. Ο Μιχάλης κούνησε το κεφάλι του πάνω κάτω. «Πολύ ωραίο, πολύ καλά χόρτα. Και τα πίνεις όλα μόνος σου;» «Ε, καμιά φορά και με παρέα, αλλά συνήθως ναι, μόνος,» απάντησε ο Χουίτης. Ο φίλος του έμεινε για λίγο σκεπτικός, και είπε τελικά: «Έχεις σκεφτεί ποτέ να πουλήσεις;» Χα! Φυσικά και το είχε σκεφτεί να πουλήσει, πολλές φορές μάλιστα. Αλλά το ήξερε, χουίτης ως ήταν, πως δε θα είχε επιτυχία ως βαποράκι. Το πιθανότερο ήταν ότι θα τον πιάναν οι μπάτσοι για ακόμη μια φορά. Γέλασε και απάντησε, «το ‘χω σκεφτεί, αλλά δε θα πήγαινε καλά. Εξάλλου τώρα έχω λεφτά.» «Ναι, αλλά τα λεφτά θα τελειώσουν! Έχεις τόσες ποικιλίες εδώ μέσα και τόσες καλές φούντες που μπορείς να βγάλεις πολλά. Αξίζει να το δοκιμάσεις.» «Μπα, δε νομίζω, απάντησε ο Χουίτης, παρ’ όλο που είχε αρχίσει να το σκέφτεται. Χρειάζεσαι γνωριμίες για να γίνεις καλό βαποράκι, κι εγώ γνωριμίες δεν έχω,» συμπλήρωσε. «Ναι, αλλά έχω εγώ! Και αν συνεργαστούμε μπορούμε να βγάλουμε κι οι δυο φράγκα!» Ο κύριος Χουίτης έμεινε σκεπτικός. «Τέτοια χόρτα μπορείς να τα πουλάς για είκοσι ευρώ το γραμμάριο. Θα σου κάνω τις γνωριμίες και θα μου δίνεις πέντε ευρώ για κάθε τζι που πουλάς. Τι λες;» συνέχισε ο Μιχάλης. «Είκοσι ευρώ το τζι, ε; Είναι καλά λεφτά,» σκέφτηκε φωναχτά ο Χουίτης. «Ε ναι, αυτό σου λέω!» Λίγα γάρα αργότερα και είχε πειστεί. Δεν είναι και δύσκολο να τον πείσεις για κάτι, ειδικά αν του το προτείνεις εν μέσω κάποιας δυνατής χασισοποτείας.

Την επόμενη μέρα κιόλας οι δυο φίλοι είχαν πιάσει δουλειά. Ο Μιχάλης είχε ήδη αρχίσει να μιλάει σε φίλους και γνωστούς για το βαποράκι με το πολύ καλό σταφ, και ήταν έτοιμος να σπρώξει μερικά γραμμάρια. Αρχικά θα έκανε αυτός τις περισσότερες συναλλαγές, αλλά σύντομα θα χρειαζόταν να βοηθήσει κι ο Χουίτης. Και η φήμη του θα εξαπλωνότανε, και θα γινόταν ένα σπουδαίο βαποράκι, και για πρώτη φορά στη ζωή του θα ένιωθε πως κάτι κάνει καλά, πως γίνεται πια χρήσιμο μέλος της κοινωνίας! Ο Χουίτης είχε πλέον βρει το δρόμο του… τον τελευταίο δρόμο του…

Advertisements

2 Σχόλια to “Ο θησαυρός στο βεστιάριο”

  1. petros purple Ιανουαρίου 12, 2013 στις 12:01 μμ #

    Για να δούμε που θα βγάλει ο τελευταίος αυτός δρόμος!

  2. kwstas Ιανουαρίου 13, 2013 στις 5:13 μμ #

    ka8e savvato perimenoume me agwnia gia ti nea istoria tu xouiti! katapliktiki douleia ,egw k oi filoi m de xanoume epeisodio

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: