Kινο και Τζαμάικα – Μέρος Β’

29 Δεκ.

Πήγανε και καθίσανε στο στενό ξύλινο μπαρ στην πίσω αυλή. Ο Χουίτης την κοίταγε στα μάτια και η Άβα χαμογελούσε πίσω απ’ τους καπνούς της φρέσκιας τζαμαϊκάνικης φούντας που καιγόταν απαλά. Ο τροπικός αέρας δρόσιζε τα κοκκινισμένα απ’ τον ήλιο πρόσωπά τους, κι όσο η ώρα περνούσε, τόσο πιο κομμάτια γινόταν ο Χουίτης. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ο σοκολατί άντρας με τις κοντές τζίβες, ο Γκέιμπ, κάθισε πίσω απ’ το μπαρ και κατέβασε ένα μπουκάλι ρούμι. Ο Χουίτης το είδε και χαμογέλασε, λίγο ρούμι ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν. Ήπιε δύο ποτήρια, δεν μέθυσε, απλώς ζαλίστηκε ελαφρά. Η νύχτα περνούσε και ο Χουίτης έπινε κι άλλα γάρα, έπινε μέχρι εξάντλησης, και το κεφάλι του είχε αρχίσει να τον κουράζει, είχε ακόμα και το τζετ λάγκ… Σηκώθηκε, χαιρέτησε την ξανθιά ύπαρξη – αφού βέβαια πρόλαβε και αγόρασε τρία γραμμαριάκια για την αυριανή μέρα – και τον Τζαμαϊκανό οικοδεσπότη και τράβηξε για το κρεβάτι του, όπου έπεσε κουρασμένος και κοιμήθηκε για ατελείωτες ώρες.

Ξύπνησε το πρωί και ένιωθε καλύτερα. Ήταν κάπως μετανιωμένος που δεν είχε κάνει κάτι με την Άβα, αλλά δικαιολογούσε τον εαυτό του και ήξερε πως σύντομα θα την έχωνε. Πριν βγει απ’ το δωμάτιο του έστριψε ένα χοντρό σπλιφ, με λίγο απ’ το χόρτο που είχε σώσει από χτες, και το ήπιε στην αυλή. Η μέρα πέρασε χωρίς πολλές συγκινήσεις. Ο Χουίτης ήπιε όλο το χόρτο που είχε κρατήσει, γνώρισε δύο ταξιδιώτες οι οποίοι γύριζαν τον κόσμο και έκαναν μια στάση στο φτηνότερο χόστελ του Κίνγκστον πριν ξαναπάρουν το δρόμο τους, και περίμενε τη νύχτα.

Έπεσε να κοιμηθεί για λίγες ώρες και όταν ξύπνησε ο ήλιος είχε πια πέσει και το ρολόι έγραφε εφτά και τέταρτο. Σηκώθηκε, τεντώθηκε, τίναξε τα ρούχα του και προχώρησε προς την κουζίνα – το στομάχι του διαμαρτυρόταν έντονα και είχε ακόμα τα munchies απ’ τη μεσημεριανή χασισοποτεία. Έβγαλε το χάρτινο κουτί με το φαγητό που είχε αγοράσει χτες απ’ το Κίνγκστον, και τότε ήταν που εμφανίστηκε αθόρυβα η γλυκιά φοιτήτρια απ’ τη Γερμανία.

Τα βαθιά γαλάζια μάτια της πέσανε πάνω του και τον χαιρέτησε με ένα λίγο αμήχανο χαμόγελο. Ο Χουίτης πλέον την κοιτούσε και δεν ήταν σίγουρος αν ήθελε απλά να τη γαμήσει ή αν την είχε ερωτευτεί. Σε άπταιστα ελληνοεγγλέζικα τη ρώτησε αν ήθελε να φάει μαζί του, μα εκείνη είχε ήδη καθίσει στην αυλή με το πιάτο της και τον περίμενε. Της την έπεφτε κάπως άτσαλα, οι πολλές φούντες τον είχαν κάνει να παραμελήσει για πολύ καιρό τα ερωτικά του, μα φαινόταν πως ψηνόταν. Τελειώσανε το φαγητό και η Άβα προθυμοποιήθηκε να φέρει λίγο απ’ το χόρτο της για να στρίψουν δυο διφυλλάκια. Άφησε τους μεγάλους πράσινους παπάδες στο τραπεζάκι και κάθισε στα γόνατα του Χουίτη για να στρίψει. Εκείνος τη χάιδευε απαλά στην πλάτη όσο με το ένα χέρι έστριβε το γάρο του, και όταν τελείωσε πρώτος την πείραξε για το αργό στρίψιμο της. Η Γερμανίδα γύρισε και του απάντησε κάτι, μα δεν κατάλαβε τι, δεν πρόσεχε, δεν είχε και σημασία. Κοιτάχτηκαν στα μάτια αμίλητοι για λίγα δευτερόλεπτα και η Άβα έγειρε το κεφάλι της προς τον Χουίτη, κι εκείνος έκλεισε τα βλέφαρα του και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της.

Φιλιόντουσαν παθιασμένα για ώρα, μέχρι που ο κύριος Χουίτης, ικανοποιημένος με τον εαυτό του, την απομάκρυνε από πάνω του και έβαλε στο στόμα του το γάρο που μόλις είχε στριφτεί. Ήταν θέμα προτεραιοτήτων… Η Άβα του χαμογέλασε γλυκά και έκανε το ίδιο. Τα χοντρά τζαμαικάνικα γάρα πίνονταν αργά, και ο Χουίτης ένιωθε πιο χαρούμενος από ποτέ, σαν έφηβος που πρώτη φορά ανακάλυπτε το χόρτο και πρώτη φορά αντάλλαζε φιλί. Στα μπλε μάτια της Άβας και στους πράσινους παπάδες της φούντας έβλεπε την ευτυχία. Αναλογιζόταν τις τελευταίες δυο μέρες, το τι είχε κάνει, το τι είχε ζήσει, τους τροπικούς φοίνικες και τους ταξιδιώτες που είχε γνωρίσει, το χόρτο που είχε πιει, τα χείλη που είχε φιλήσει, την φοιτήτρια που σύντομα θα πήδαγε. Την κοίταζε και γλειφόταν, σκεφτόταν το λευκό κορμί της να πλαγιάζει γυμνό στο κρεβάτι του, κι αυτόν να ξαπλώνει επάνω της και να της ψιθυρίζει στο αυτί ηδονικά. Την άρπαξε απότομα και την ξαναφίλησε για ώρα. Με το ζόρι κρατιότανε. Ήθελε να τελειώσει αυτό το γάρο που τον ζάλιζε και του ξύπναγε τα ένστικτα. Ήθελε να πηδήξει το νάκι που καθόταν στα πόδια του και κοίταγε στα μάτια του…

Σκότωσε το γάρο του, σηκώθηκε και τράβηξε μαζί του την Άβα απ’ το χέρι. Εκείνη δεν αντιστάθηκε, γέλασε, πέταξε το σπλιφ της και τον άφησε να την οδηγήσει. Σταθήκανε στην πόρτα και πιαστήκανε σφιχτά και φιληθήκανε για ώρα. Ο Χουίτης την κατεύθυνε μέχρι το κρεβάτι, κρατώντας τη σφιχτά από τη μέση και φιλώντας την στο λαιμό. Την έριξε στο στρώμα και την έγδυσε βιαστικά. Την έγλειφε κάπως αδέξια στα χείλη, στο πρόσωπο και τα βυζιά. Εκείνη γέλαγε. Την έσπρωξε πίσω κι εκείνη πέφτοντας πέρασε τα χέρια της γύρω απ’ τα δικά του. Πέταξε τα ρούχα του, αφού πρώτα έβγαλε και φόρεσε μια καπότα από την τσέπη του, και σαλιώνοντας, σιγά σιγά και υπομονετικά ξεκίνησε. Η Άβα άφηνε μικρές τσιριχτές κραυγές και ο Χουίτης την χάιδευε στην κοιλιά και έβρισκε ρυθμό. Στα πρόσωπα και σώματα τους κύλαγε ζεστός ιδρώτας, και οι φωναχτές, γεμάτες ηδονή ανάσες τους γίνονταν ένα με τον θερμό αέρα και τα ντουμάνια απ’ τα γάρα στην αυλή. Έπεφτε πάνω της και τραβώντας τα ξανθά μαλλιά της τη φίλαγε στο πρόσωπο. Η Άβα είχε χώσει τα νύχια της βαθιά μέσα στη σάρκα του, κι εκείνος αύξανε την ταχύτητα όσο ένιωθε πως πλησίαζε να χύσει. Μα ενώ η ηδονή έφτανε πικ, ο Χουίτης σταμάτησε απότομα.

Είχε εντοπίσει με την άκρη του ματιού του έναν χοντρό πρασινοκόκκινο παπά που είχε ξεμείνει στο κομοδίνο, και δε μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό. «Ουάν μίνιτ,» είπε στο ξενερωμένο πλέον νάκι και σηκώθηκε από πάνω της για να στρίψει. «Roll a big one,» του είπε εκείνη όταν αποδέχτηκε την ιδέα, και ο Χουίτης την άκουσε και κόλλησε ένα δεύτερο κινγκ χαρτάκι. Ο παπάς έφτανε – δεν έφτανε για τέτοιο δίφυλλο, αλλά δεν τον ένοιαζε, ήξερε ότι ήταν αρκετός για να τον κάνει κομμάτια. Το έστριψε βιαστικά μα επιδέξια, το έσκασε, το γύρισε στην Άβα και σύντομα θα ολοκλήρωνε το έργο που άφησε στη μέση…

Το επόμενο πρωί που σηκώθηκε δίπλα της έκρινε ότι ήταν ώρα να αποφασίσει τι θα έκανε τις υπόλοιπες μέρες του στο νησί. Βγήκε μια βόλτα στην πόλη για να αγοράσει έναν καφέ και δυο γραμμάρια, και στην επιστροφή πέτυχε τους δυο ταξιδιώτες που είχε γνωρίσει χτες. Ο σαραντάρης άντρας από την Τουρκία με την τρομερά δυνατή φωνή και η χοντρούλα εικοσάχρονη Νορβηγίδα με τα διαπεραστικά γαλάζια μάτια – αυτοί ήταν οι ταξιδιώτες – θα φεύγανε σε λίγη ώρα για το Μπλου Μάουντεν, ένα βουνό έξω απ’ το Κίνγκστον, και τον ρωτήσανε αν ήθελε να έρθει μαζί τους. «Γιατί όχι;» σκέφτηκε από μέσα του ο Χουίτης και έτρεξε πίσω στο δωμάτιο για να μαζέψει τα πράγματά του. Η Άβα κοιμότανε ακόμα. Δεν την ξύπνησε. Απλά αθόρυβα έφτιαξε το σακίδιο του και έφυγε με τους δυο αγνώστους για νέες περιπέτειες. Άραγε θα έβρισκε φούντα εκεί πέρα;..

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: