Κινο και Τζαμάικα – Μέρος Α’

15 Δεκ.

Ήτανε μερικές μέρες τώρα που ο κύριος Χουίτης είχε ανακαλύψει έναν καινούριο τρόπο για να σκοτώνει την ώρα του, λίγο δαπανηρό. Το καινούριο του χόμπυ ήταν ο τζόγος, και συγκεκριμένα το τζόκερ και το λόττο. Κάθε τρεις μέρες πήγαινε και έπαιζε ένα-δυο δελτία. Μα την τελευταία φορά που μαστουρωμένος πέρασε την πόρτα του πρακτορείου το μάτι του έπεσε πάνω σε κάτι κίτρινα δελτία. Τα είχε ξαναδεί βέβαια, αλλά ποτέ δεν είχε σταματήσει να κοιτάξει τι είναι. Τώρα του τράβαγαν την περιέργεια. Πλησίασε και σήκωσε ένα.

ΚΙΝΟ. Δεν το είχε ακούσει. Κοίταξε στο πίσω μέρος για τις οδηγίες. Προσπάθησε να καταλάβει μα δεν τα κατάφερε, γι’ αυτό και ρώτησε τον τριχωτό άντρα στο ταμείο να του εξηγήσει. Αφού τον άκουσε προσεκτικά και το ξεκαθάρισε στο μυαλό του, συμπλήρωσε στα γρήγορα το δελτίο, το έδωσε και πλήρωσε. Πήρε μια καρέκλα δίπλα σε έναν γέρο που συμπλήρωνε με μανία ένα κουπόνι ‘Πάμε Στοίχημα’ και έριξε τα μάτια του στην μεγάλη οθόνη με τους αριθμούς.

Η πρώτη κλήρωση άρχιζε σε λίγο. Ο Χουίτης ήταν σίγουρος πως θα κέρδιζε και θα κέρδιζε γρήγορα. Η τύχη ήταν με το μέρος του. Μέχρι και την έκτη κλήρωση δεν είχε καταφέρει να πετύχει πάνω από τρία νούμερα. Η έβδομη όμως θα άλλαζε μια για πάντα τη ζωή του νεαρού χασικλή. Οι αριθμοί που εμφανίστηκαν στην οθόνη τον έκαναν να πεταχτεί εκστασιασμένος από την καρέκλα του και να αρχίσει να τραγουδάει και να χοροπηδάει ανάμεσα στα τραπέζια του πρακτορείου. Είχε κερδίσει και είχε κερδίσει πολλά. Οι λιγοστοί γέροι που κάθονταν τριγύρω σήκωσαν για λίγο έκπληκτοι τα κεφάλια τους, μα γρήγορα τα ξανάχωσαν στα μισοσυμπληρωμένα δελτία τους. Ο Χουίτης συνέχισε το χοροπηδητό μέχρι το ταμείο όπου έδειξε το δελτίο στον τύπο και του φώναξε ευτυχισμένος «Κέρδισα, κέρδισα!» Ο τύπος το κοίταξε προσεκτικά και, σηκώνοντας το φρύδι, είπε «Όντως, κέρδισες. Πολλά λεφτά…» «Έπιασα εννιά νούμερα! Εννιά!» είπε ο εκστασιασμένος Χουίτης. «Θα πας στην τράπεζα να τους το δείξεις. Μαζί και τα στοιχεία σου,» απάντησε ο ταμείας. Ο Χουίτης κούνησε το κεφάλι του και έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του. Αύριο το πρωί θα πήγαινε να πάρει τα λεφτά του…

Πέρασε το βράδι πίνοντας ασταμάτητα γάρα και μπύρες. Ξόδεψε τα τελευταία λεφτά του σε δυο εξάδες, μα αύριο θα ήταν πλούσιος, δεν τον ένοιαζε. Μετά από ατελείωτες ώρες κραιπάλης έπεσε για ύπνο. Το πρωί ξύπνησε κουρασμένος και έψησε έναν ελληνικό. Έκατσε να τον πιει και έστριψε ένα γάρο. Παραλίγο να ξεχάσει πως έπρεπε να πάει στην τράπεζα, αλλά μόλις το έσκασε είδε το δελτίο του ΚΙΝΟ πάνω στο τραπεζάκι. Άφησε το γάρο στη μέση και έφυγε για την τράπεζα βιαστικά. Από σήμερα η ζωή του θα άλλαζε…

Γύρισε απ’ την τράπεζα με ένα πλατύ χαμόγελο. Πλέον είχε χρήματα στο λογαριασμό του και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να τα ξοδέψει. Ξάπλωσε στον καναπέ, έστριψε, και χάζεψε στο παράθυρο περιμένοντας κάποια ιδέα να πέσει μέσα στο κεφάλι του. «Τι κι αν έκανα ένα ταξίδι;» σκέφτηκε τελικά. Ναι, ένα ταξίδι! Ένα μεγάλο μακρινό ταξίδι, κάπου στον κόσμο, οπουδήποτε! Ναι, αυτό θα έκανε. Αλλά που; Ποιο μέρος θα ήταν κατάλληλο για έναν τριαντάρη χασικλή που το μόνο του ενδιαφέρον είναι οι φούντες; Έτρεξε γρήγορα μέχρι το δωμάτιο του, πήρε έναν χάρτη και τον διάβασε προσεκτικά. «Ολλανδία!» φώναξε κάποια στιγμή και τα μάτια του άστραψαν, μα λίγο πριν κλείσει το χάρτη το βλέμμα του έπεσε πάνω σε ένα μικρό νησάκι στα αριστερά, κάτω απ’ την Αμερική. «Τζαμάικα!!»

Αυτό ήταν. Το νησί στην καρδιά της Καραϊβικής ήταν το τέλειο μέρος. Ω Θεέ μου, και σκέψου και το χόρτο… Ο Χουίτης φανταζόταν τους πρασινωπούς φρέσκους παπάδες της τζαμαϊκάνικης φούντας και του τρέχανε τα σάλια. Μόνο και μόνο στη σκέψη πως θα έπινε τέτοιο χόρτο κάτω από κάποιον τροπικό φοίνικα ακούγοντας ρέγκε, ο Χουίτης έλαμπε. Αμέσως πήρε τηλέφωνο και έκλεισε το πρώτο εισιτήριο που βρήκε. Σε τρεις μέρες πετούσε.

Κι έτσι έγινε, τρεις μέρες και πολλά γάρα αργότερα ο Χουίτης πετούσε πάνω απ’ τον Ατλαντικό. Εκείνη τη μέρα είχε φροντίσει να μην πιει καθόλου, ήθελε να είναι εντελώς νηφάλιος όταν θα έπινε πρώτη φορά στη Τζαμάικα, ήθελε να μην ξεχάσει ποτέ αυτήν την εμπειρία. Στο αεροδρόμιο τον σταματήσανε γιατί δεν είχε συμπληρώσει στο χαρτί που του είχαν δώσει που θα έμενε. Δεν ήξερε. Δεν είχε ιδέα, δεν το είχε σκεφτεί καν. «Αν πάω για κάμπινγκ;» ρώτησε, μα η – λίγο σκύλα – Τζαμαϊκάνα που καθόταν στον γκίσε του απάντησε με ένα ειρωνικό χαμόγελο πώς δεν υπάρχει κάμπινγκ στην Τζαμάικα. Κατέληξε στο φτηνότερο χόστελ του Κίνγκστον. Ο μεσήλικας ταξιτζής που τον πήγε μέχρι εκεί τον ρώτησε αν πίνει και αν του αρέσει η ρέγκε, ενώ χόρευε και χτύπαγε τα χέρια του ακούγοντας μουσική απ’ το ραδιόφωνο, κι ο Χουίτης απάντησε και στα δύο ναι. Φτάσανε στο χόστελ, ένα μικρό δωμάτιο που κοιτούσε σε μια πανέμορφη τροπική αυλή, όπου στέκονταν μερικοί φοίνικες κι ένα μικρό ξύλινο μπαρ απ’ όπου κρεμόταν μια αφίσα του Μπομπ Μάρλεϋ. Ήταν πραγματικά πανέμορφο. Ο σοκολατί νεαρός άντρας που δούλευε εκεί του έκανε μια μικρή ξενάγηση. Τον λέγαν Γκέιμπ. Ο Χουίτης θα τον ρωτούσε αργότερα που θα μπορούσε να βρει χόρτο, φαινόταν εντάξει άτομο. Μα τώρα ήταν εξαντλημένος, χρειαζότανε να κοιμηθεί, και αυτό έκανε.

Ξύπνησε μετά από μερικές ώρες, όταν πια ο ήλιος είχε πέσει, μα ακόμα ήταν κουρασμένος, περισσότερο από πριν. Άνοιξε την μισόκλειστη πόρτα και στάθηκε για λίγο σιωπηλός να αγναντεύει. Μια γλυκιά ξανθιά ύπαρξη πέρασε βιαστικά από μπροστά του και χαμογελώντας τον ρώτησε αν ήταν εντάξει. Ο Χουίτης ανταπέδωσε το χαμόγελο και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του ενώ εκείνη χανόταν απ’ τα μάτια του. Χρειαζόταν λίγο χόρτο.

Βγήκε έξω και περπάτησε στους δρόμους του Κίνγκστον. Η μυρωδιά της φούντας που υπήρχε στον αέρα και οι διάφοροι Τζαμαϊκανοί που τον χάζευαν ενώ κάπνιζαν χοντρά γάρα τον χαρμάνιαζαν ακόμα περισσότερο. Μα γρήγορα τα προβλήματα του θα τελείωναν. Ένας νεαρός άντρας με ράστα και ένα πλατύ χαμόγελο τον πλησίασε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Χέι μαν, χάου για ντούιν; Αμ Μόλι! Για γουόντ σαμ γουίντ;» Ο Χουίτης του συστήθηκε και του απάντησε πως ναι, αυτό ακριβώς έψαχνε. Ο Μόλι έβγαλε έναν χοντρό παπά από την τσέπη του και του τον έδωσε για πενήντα δολάρια, λιγότερο από μισό ευρώ. Του έδωσε και άλλο ένα πενηντάρικο για δύο τσιγάρα, τα πουλούσε ένα-ένα. Ο παπάς του φαινόταν λίγο μαύρος, μα σκέφτηκε πώς έτσι θα ήταν η φούντα εδώ. Γύρισε στο δωμάτιο του και έστριψε ένα μακρύ δίφυλλο. Το έσκασε στον άνετο καναπέ που καθόταν σε μια γωνιά της αυλής και χάζεψε τα αστέρια στον σκοτεινό ουρανό.

Η ξανθιά ύπαρξη σύντομα ξαναέκανε την εμφάνιση της και έσκασε ένα χαμόγελο στον Χουίτη. Τον πλησίασε και σε σπαστά αγγλικά, που όμως δεν είχαν καμία σχέση με τα τζαμαϊκάνικα αγγλικά, του ζήτησε να πάνε μαζί να αγοράσουν τσιγάρα, φοβότανε να κυκλοφορήσει μόνη της τη νύχτα. Ο νεαρός χασικλής πετάχτηκε όρθιος και την ακολούθησε. Την λέγανε Άβα. Ήταν Γερμανίδα και σπούδαζε στο πανεπιστήμιο του Κίνγκστον. Ο Χουίτης δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα του απ’ τα μεγάλα γαλάζια μάτια της και τα μακριά ξανθά μαλλιά της που πέφτανε στους κατάσπρους ώμους της. Γύρισαν μαζί πίσω αφού πήραν τρία τσιγάρα, και κάθισαν να φάνε και να πιούν ένα γάρο. Σπλιφ το λέγανε εκεί. Ανταλλάζανε συνεχώς βλέμματα και χαμόγελα απ’ το παράθυρο όσο η Άβα έφτιαχνε το φαγητό της. Κάθισαν δίπλα κι εκείνη έστριψε ένα χοντρό δίφυλλο. Τον ρώτησε αν ήθελε να του στρίψει ένα. Ο Χουίτης παραξενεύτηκε. «Γιατί; Δεν θα μοιραστούμε αυτό;» ρώτησε. Το νάκι γέλασε και του είπε πως δεν μοιράζονται τίποτα στη Τζαμάικα. Ο άντρας έβγαλε απ’ την τσέπη του τον μισό παπά που του είχε μείνει και άρχισε να τον σπάει. «Την επόμενη φορά να πάρεις από μένα, είπε η Άβα. Σε κορόιδεψαν…» Ο Χουίτης ντράπηκε με την αφέλεια του, αλλά συνέχισε το στρίψιμο. Την ξανακοίταξε και της ξαναχαμογέλασε μόλις έσκασε το σπλιφ. Κάτι του έλεγε πως η σημερινή μέρα θα γινόταν ακόμα καλύτερη…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: