Ο αγαπημένος θείος

8 Δεκ.

Ο κύριος Χουίτης σηκώθηκε το μεσημέρι κουρασμένος. Ξάπλωσε στον καναπέ του, έστριψε ένα μονόφυλλο, και το ήπιε γρήγορα και σιωπηλά. Έψησε έναν καφέ, κατέβασε κι απ’ το συρτάρι της κουζίνας ένα τάπερ με κουλουράκια που του είχε στείλει η γιαγιά του, και ξαναγύρισε στη λήθη του. Μα πριν προλάβει να δαγκώσει το πρώτο κουλουράκι ένιωσε το κινητό του να δονείται στον καναπέ. Είχε περάσει πολύς καιρός απ’ την τελευταία φορά που του είχε στείλει κάποιος μήνυμα, οπότε το διάβασε ενθουσιασμένος. Τον αριθμό δεν τον ήξερε. «Θα είμαι εκεί σε 5, Μάνος»

Δεν άργησε πολύ να καταλάβει ποιος ήταν. Ο θείος του ο Μάνος, ο αδερφός του πατέρα του, ήταν ένας μεσήλικας με καρδιά εφήβου, που ποτέ δεν είχε καταφέρει να ξεπεράσει το οιδιπόδειο του και ακόμα ζούσε με τη γριά μάνα του. Ζούσε εντός εισαγωγικών βέβαια, γιατί η τρέλα έκαιγε μέσα του και δεν άντεχε να μένει πολύ στο σπίτι. Συνήθως μετά από δύο-τρεις μήνες έφευγε για κάποιο ταξίδι. Ο Μάνος δούλευε ως δημοσιογράφος για μια ανεξάρτητη εφημερίδα και ήτανε ο ανταποκριτής πολέμου. Είχε ταξιδέψει στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Κόσσοβο, τη Λιβύη, αλλά και στην Ινδία, την Κίνα, τον Αμαζόνιο, την Ανγκόλα και γενικά σε όλο τον κόσμο. Είχε εκπληκτικές ιστορίες να πει, αν και δύσκολα έμενε συγκεντρωμένος στο ίδιο θέμα για περισσότερο από πέντε λεπτά. Του άρεσε και να γράφει, ιστορίες που δημοσίευε σε περιοδικά και μπλογκς. Ήταν ένας τρομερός άνθρωπος, αλλά, όπως κάθε τέτοιος άνθρωπος, όχι και πολύ συνεννόησιμος…

Ο Μάνος έμοιαζε με ήρωα μυθιστορήματος, είχε μια πολύπλοκη άποψη για κάθε τι το απλό, και κάθε μέρα που περνούσε του φαινόταν περίεργη και μυστηριώδης. Όταν ο Χουίτης ήταν μικρότερος συνήθιζε να περνάει ώρες συζητώντας με το θείο του για τα πάντα, για φιλοσοφίες και αμπελοφιλοσοφίες, για ιστορίες και μύθους, για γκόμενες και ταξίδια, για όλα αυτά που ο Χουίτης πλέον αδιαφορούσε. Και σχεδόν πάντα έτσι γινόταν, πέντε λεπτά πριν έστελνε ένα μήνυμα και εμφανιζόταν ακάλεστος. Κι όταν πια βαριότανε σηκωνότανε να πάει για τσιγάρα στο περίπτερο, αλλά πάντα έπαιρνε το αμάξι του και εξαφανιζόταν, πήγαινε σε κάποιο φίλο του για ώρες ή έβρισκε μια τυχαία γκόμενα και την έφερνε στο σπίτι του για να τη γαμήσει. Μα ο ανιψιός του δεν μπορούσε να του κρατήσει κακία…

Το κουδούνι χτύπησε κι ο Χουίτης σηκώθηκε χαμογελαστός για να ανοίξει και να αντικρίσει το θέαμα του καραφλού και, πιθανότατα, μεθυσμένου θείου του. «Εεεεπ, τι γίνεται ανιψιέ;» είπε ο τελευταίος και γέλασε. Φορούσε ένα αστείο κοντομάνικο μπλουζάκι με μια καρικατούρα για στάμπα κι ένα ξεπλυμένο μπλου τζιν. Η ανάσα του βρωμούσε ουίσκι και μπύρα, παρ’ όλο που γενικά δεν έπινε πολύ. «Έλα ρε Μάνο, όλα καλά, εσύ;» απάντησε ο Χουίτης και του έδειξε το δρόμο προς τον καναπέ. Ο θείος κάθισε αναπαυτικά και έμεινε για λίγο σιωπηλός. Μα μόλις αντίκρισε τους πρασινωπούς παπάδες που είχαν ξαπλώσει στο τραπεζάκι φώναξε στον ανιψιό του: «Δε στρίβεις να πιούμε κανα τσιγαριλίκι;» Ο Χουίτης σπάνια έπινε με τον θείο του, κι αυτό γιατί ο τελευταίος είχε κόψει το χόρτο για αρκετό καιρό. Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκε λίγο όταν τον άκουσε να ζητάει να πιούνε, μα χωρίς να αντιμιλήσει έσπασε τους παπάδες και άρχισε το στρίψιμο. Έστριψε ένα χοντρό μπουρί, όπως άρεσε στον Μάνο, και το έσκασε χαρούμενος. «Λοιπόν, που είχες χαθεί τόσο καιρό;» ρώτησε καθώς κατέβαζε τη δεύτερη τζούρα.

Ο Μάνος τότε πήρε το συνοφρυωμένο βλέμμα του, άπλωσε το χέρι του και άρπαξε το γάρο μέσα απ’ τα δάχτυλα του Χουίτη. Κατέβασε μερικές τζούρες, το γύρισε πίσω στον ανιψιό του και είπε τελικά: «Έκανα ένα μεγάλο πνευματικό ταξίδι και μόλις επέστρεψα…» «Που είχες πάει;» ρώτησε ο Χουίτης. «Γύριζα τον κόσμο,» απάντησε ο θείος και τα μάτια του άστραψαν. «Όντως; Για πες,» είπε τελικά ο ανιψιός, μα γρήγορα θα το μετάνιωνε αφού ο Μάνος θα του μιλούσε ακατάπαυστα για τα ταξίδια του για τις επόμενες δυο ώρες.

Αρχικά πήγε με το αμάξι του μέχρι την Κωνσταντινούπολη, και από κει με τραίνα και λεωφορεία διέσχισε όλη την Τουρκία για να φτάσει στο Ιράν. Αφού πέρασε μερικούς μήνες σε διάφορα σπίτια αγνώστων που προσφέρονταν να τον φιλοξενήσουν – περιέγραφε με την παραμικρή λεπτομέρεια το κάθε σπίτι και την κάθε οικογένεια που τον φιλοξένησε – κατέληξε στο εμπόλεμο Αφγανιστάν. Κατάφερε να γλιτώσει απ’ τις αμερικάνικες οβίδες που σκάγαν στην Καμπούλ και ανέβηκε στα βουνά Παμίρ, δίπλα στις φυτείες του οπίου. Κατέβηκε στο Πακιστάν κι από κει πέρασε στην Ινδία, που έμεινε για κάμποσους μήνες πριν πάει στην Κίνα και την διασχίσει κατά μήκος όλη με ωτοστόπ. Από κει ανέβηκε στη Ρωσία και με αεροπλάνο έφτασε στον Καναδά. Διέσχισε όλη την Αμερική με ωτοστόπ, πέρασε απ’ τους πάγους του Καναδά στις ερήμους της Νεβάδα και της Αριζόνα, ληστεύθηκε κάπου στο Βόρειο Μεξικό, γνώρισε μαφιόζους απ’ τα καρτέλ της Κολομβίας και της Βολιβίας, ταξίδεψε στον Αμαζόνιο με ατμόπλοιο και κατέληξε να γυρνάει την Αργεντινή, μέχρι που έφτασε στο Μπουένος Άιρες και πήρε το πρώτο αεροπλάνο για Ελλάδα.

Ο Χουίτης άκουγε προσεκτικά – σε ποιόν δεν αρέσει να ακούει τέτοιες ιστορίες; – μα οι πολλές λεπτομέρειες και τα γάρα που γυρνούσαν ακατάπαυστα εξαντλούσαν το ήδη κουρασμένο του μυαλό. Έμεινε για λίγο σκεπτικός και τελικά ρώτησε: «Και γιατί το έκανες όλο αυτό;» Ο θείος του έτριψε το μέτωπο του, κατέβασε άλλη μια τζούρα απ’ το δίφυλλο, ξεροκατάπιε και απάντησε: «Ξέρεις, μερικές φορές δεν υπάρχει κανένας λόγος, απλά μια μέρα ξυπνάς και καταλαβαίνεις πως η ζωή σου είναι κενή, και πως μόνο με εμπειρίες μπορείς να τη γεμίσεις και αποφασίζεις να το κάνεις, να φύγεις και να ταξιδέψεις. Και μπορεί να είχα ξαναπάει στις περισσότερες χώρες, αλλά πάντα πήγαινα ή με τη δουλειά ή για πέντε-έξι μέρες σαν τουρίστας. Κι έτσι μια μέρα ξύπνησα και τα κατάλαβα όλα και είπα ‘ώρα να κάνω ένα πραγματικό ταξίδι’.» Ο Χουίτης κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, πάντα καταλάβαινε τον θείο του, ακόμα κι όταν η τρέλα του ξεπερνούσε το φυσιολογικό επίπεδο.

«Λοιπόν,» είπε ο Μάνος, «πετάγομαι για πέντε λεπτά να πάρω μια κάρτα για το κινητό μου κι έρχομαι.» Ο ανιψιός του γέλασε, μα πριν προλάβει να τον χαιρετήσει είχε εξαφανιστεί. Δεν τον ξαναείδε ποτέ. Δυο μήνες αργότερα έμαθε απ’ τον πατέρα του πως είχε καταλήξει φυλακή για εμπόριο φούντας, μικροκλοπές και αποπλάνηση μιας δεκαεξάχρονης. Τον ψάχνανε τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Φαινόταν ότι ο Μάνος θα κατέληγε κάπως έτσι. Μα πάλι, όπως και να το κάνουμε, ήταν ο αγαπημένος του θείος…

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Ο αγαπημένος θείος”

  1. Ανώνυμος Δεκέμβριος 11, 2012 στις 10:22 μμ #

    Ωραίος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: