Ένας παλιός φίλος

1 Δεκ.

Ο κύριος Χουίτης ξάπλωσε στον καναπέ του με το που σηκώθηκε από το κρεβάτι του και έστριψε ένα pure δίφυλλο. Το σκεφτόταν απ’ το προηγούμενο βράδι, είχε καιρό να πιει ένα pureάκι, πόσο μάλλον δίφυλλο… Το απήλαυσε ήσυχος και ξέγνοιαστος, κοιτώντας τους βαρετούς περαστικούς απ’ το παράθυρο του. Μόλις πια κατέβασε και την τελευταία τζούρα και σκότωσε το γάρο θυμήθηκε τι του έλειπε. Καφές!

Μα πλέον δεν χρειαζόταν να περπατήσει μέχρι το φούρνο για να αγοράσει τον αγαπημένο του ελληνικό. Είχε προνοήσει και είχε αγοράσει ένα μικρό σακουλάκι Λουμίδη. Πριν ρίξει το νερό στο μπρίκι όμως του ήρθε μια ιδέα που τον κατέπληξε. Έκλεισε τη βρύση, άφησε το μπρίκι κάτω απαλά και συλλογίστηκε. «Τι κι αν σήμερα πήγαινα να πιω ένα γάρο στο λόφο;» Ο λόφος ήτανε στην άλλη μεριά της πόλης, στα νότια. Ήταν μέρος που μαζεύονταν οι χασικλήδες από παλιά, είχε θέα και στη θάλασσα. Ο Χουίτης πήγαινε πιο μικρός εκεί, καμιά φορά και με παρέα ή κανα νάκι, αλλά τώρα ήθελε απλά να απολαύσει την ηρεμία του και λίγο χόρτο. Έτσι κι έκανε.

Αφού έβρασε και ήπιε τον καφέ του, φόρεσε καθαρά ρούχα, έστριψε τρία δίφυλλα που έκρυψε διακριτικά στο πακέτο με τα φιλτράκια του, παρόλο που δεν κάπνιζε σχεδόν ποτέ τσιγάρα, και, αφού καβάτζωσε και ένα μονοφυλλάκι που είχε στρίψει για το δρόμο, ξεκίνησε για τη στάση του λεωφορείου. Γι’ αυτό και πριν φτάσει σταμάτησε για λίγα λεπτά σε ένα χουίτικο παρκάκι στην άκρη του δρόμου.

 Το λεωφορείο δεν άργησε καθόλου, και ο Χουίτης μπήκε μέσα χαμογελαστός και ελαφρώς κομμάτια, γι’ αυτό και χάρηκε πολύ όταν κατάφερε και βρήκε μια θέση να καθίσει. Μα γρήγορα άρχιζε και γέμιζε, όλος και περισσότερος κόσμος έμπαινε σε κάθε στάση, κι ο Χουίτης πάντα ένιωθε κάπως άβολα με τον πολύ κόσμο. Αλλά το ξεπερνούσε εύκολα όταν κλασμένος αγνάντευε τα άπειρα φώτα της πόλης που συγχέονταν μεταξύ τους μέσα απ’ το σκονισμένο παράθυρο του λεωφορείου και ονειρευότανε ξύπνιος τα χοντρά τσιγάρα που θα έπινε σε λίγο. Η ώρα πέρασε αργά, και ο Χουίτης επανερχότανε σε κατάσταση κανονικότητας, μα πλέον έβλεπε το λόφο μπροστά του. Κατέβηκε μετά από τρεις στάσεις και ευχαριστημένος πήρε το δύσκολο μονοπάτι για την κορυφή. Με δυσκολία τα κατάφερε και ανέβηκε, και κάθισε αναπαυτικά στο παγκάκι που κοιτούσε στη θάλασσα. Έβγαλε το πρώτο δίφυλλο και το άναψε.

Καθώς κατέβαζε την τέταρτη τζούρα διέκρινε μια φιγούρα να έρχεται προς το μέρος του, μα δεν έβλεπε πολύ καθαρά, ήταν μακριά. Αρχικά δεν έδωσε και πολύ σημασία, μα ο άντρας πλησίαζε, και το πρόσωπό του κάτι του θύμιζε, αλλά δε θυμόταν τι ακριβώς. Ο άντρας στάθηκε απέναντι ακριβώς απ’ το παγκάκι του Χουίτη και χαμογέλασε. «Χουίτη! Τι γίνεται ρε;» Ήταν ψηλός και λιγνός, φορούσε κάτι χοντρά αστεία γυαλιά και πίσω απ΄ την καράφλα του κρεμόταν μια κοτσίδα. Θα ήταν γύρω στην ηλικία του Χουίτη. Ξαφνικά τον χτύπησε το φως της αποκάλυψης! Ήταν ο παλιός του φίλος, ο Βλαδίμηρος.

Τον Βλαδίμηρο τον είχε γνωρίσει πριν από εφτά περίπου χρόνια, όταν είχε πρωτοαρχίσει να ανεβαίνει στο λόφο για φούντα. Μια φορά είχε πάει μονάχα με ένα δίφυλλο συντροφιά κι ενώ το έπινε στο ίδιο ακριβώς παγκάκι αραχτός εμφανίστηκε ο περίεργος άντρας. Ήταν ένας ξεπεσμένος αριστερός, που τον διαγράψανε απ’ την ΚΝΕ επειδή έπινε χόρτο, μα παρέμενε πιστός στον αγώνα. Πάντα μιλούσε με τις ώρες για χαμένες επαναστάσεις και για την σοβιετική ένωση και για το σοσιαλισμό που απέτυχε άλλα δεν ήταν κι άσχημος και, φυσικά, για την καθημερινή του πάλη. Μα ήταν ευχάριστος τύπος, και πάντα ήταν ωραίο να ακούς τις θεωρίες του την ώρα που γυρνούσε το δίφυλλο. Ο Χουίτης τον συμπαθούσε πραγματικά, αλλά πάντα συναντιόντουσαν τυχαία, γιατί ο Βλαδίμηρος έμενε εκεί και έπινε κάθε μέρα στο λόφο. Δεν είχαν ανταλλάξει τηλέφωνα, κι όταν ο Χουίτης αποφάσισε ότι ο λόφος είναι πολύ μακριά για να πηγαίνει να πίνει χαθήκανε.

–   Που είσαι ρε Βλαδίμηρε, τι γίνεται; Χαθήκαμε…

–  Πωπω ναι ρε, χρόνια έχουν περάσει. Πόσα έχουν αλλάξει από τότε… Τότε η φούσκα του καπιταλισμού άντεχε, σήμερα όμως σκάει πιο βίαια από ποτέ. Εσύ τι νέα; Πώς και δεν είχες έρθει τόσο καιρό από δω;

–   Δεν ξέρω ρε, μου πέφτει κάπως μακριά.

–   Καταλαβαίνω… Μα κάτσε να τα πούμε τώρα και να πιούμε όπως παλιά.

–   Πολύ ευχαρίστως φίλε μου, είπε ο Χουίτης και πέρασε το γάρο στο Βλαδίμηρο.

–   Λοιπόν, τι έκανες όλον αυτόν τον καιρό;

–   Και τι δεν έκανα… πήρα lsd…

–   Έλα ρε, όντως;

–   Ναι, ναι, και έφαγα bad trip…

–   Πακέτο…

–   Ναι, ήταν. Και μετά πήγα για δυο μήνες στην Αμερική και δούλεψα…

–   Όντως; Στη φωλιά του κεφαλαίου… Γιατί πήγες εκεί;

–   Άστα, βαριέμαι να το συζητάω. Εσύ; Τι έκανες τόσο καιρό;

–  Εγώ εδώ, όπως τα θυμάσαι, στον αγώνα καθημερινά. Οργανώνουμε δράσεις, συνελεύσεις, πορείες, και τα λοιπά. Το κίνημα μεγαλώνει, να δεις που σύντομα θα το ρίξουμε το σύστημα.

–   Πάντα αυτό έλεγες ρε Βλαδίμηρε…

– Ναι, αλλά τώρα έχω δίκιο. Ο λαός είναι οργισμένος, και πλέον που αποκαλύπτονται τα σαθρά θεμέλια του καπιταλισμού καταλαβαίνει ότι υπάρχει κάτι καλύτερο, μια πραγματικά ανθρώπινη κοινωνία, ο σοσιαλισμός. Ο κόσμος ξυπνάει σύντροφε.

–   Καλό είναι αυτό…

–  Φυσικά και είναι καλό. Το κεφάλαιο μας καταπνίγει, Χουίτη και πρέπει να το καταλάβουμε όλοι όσο είναι καιρός. Και αυτή τη φορά θα βγούμε νικητές, θα το δεις. Ακόμα και το κόμμα δε θα κάνει τα ίδια λάθη με τότε, θα στηρίξει την πραγματική λαϊκή επανάσταση.

–   Μακάρι… αλλά πραγματικά το πιστεύεις;

Ο Βλαδίμηρος κάθισε για λίγο σκεπτικός, η ερώτηση του Χουίτη τον είχε προβληματίσει, μα τότε ο τελευταίος βρήκε την ευκαιρία να ανάψει το δεύτερο γάρο. «Δεν ξέρω ρε φίλε, αλλά κάτι πρέπει να πιστεύω…» Ακολούθησαν λίγα ευχάριστα λεπτά ησυχίας, μα γρήγορα ο Βλαδίμηρος ξανάρχισε να μιλάει για την επανάσταση.

Ο Χουίτης τον συμπαθούσε πολύ, και μερικές φορές του άρεσε να μιλάει μαζί του, αλλά ήξερε ότι μετά από λίγα γάρα δεν ήταν σε θέση για πολλά λόγια. Τον άφησε να μιλάει και έγνεφε καταφατικά το κεφάλι του. Στην χαοτική ομιλία του αριστερού φίλου του μπόρεσε και διέκρινε κάτι για το Μάη του 68, κάτι για τα ΕΑΑΚ, κάτι για τον Τρότσκι, κάτι για τον Στάλιν, κάτι για τον Ζαχαριάδη, γενικά λίγο απ’ όλα. Ο Χουίτης άρχιζε και ένιωθε ζαλισμένος απ’ την πολυλογία, κι έτσι, πριν καν σκοτωθεί το γάρο που γυρνούσε, έσκασε και το τρίτο. 

Και σιγά σιγά η ώρα πέρασε, τα γάρα πιώθηκαν, ο ήλιος άρχισε και κατέβαινε, μα ο Βλαδίμηρος δε σταματούσε να μιλάει. Ο Χουίτης κάποια στιγμή κοίταξε διακριτικά το ρολόι του κινητού του και διέκοψε ευγενικά το φίλο του. Ήταν η ώρα να φύγει, δεν ήθελε να αργήσει και ήξερε ότι θα περνούσε πολύ ώρα μέχρι να φτάσει σπίτι του με το λεωφορείο. Χαιρέτησε τον φίλο του και του υποσχέθηκε ότι θα ξαναερχόταν σύντομα.

Δεν το πίστευε βέβαια πραγματικά. Ήξερε ότι θα βαριότανε να κάνει όλη αυτή τη διαδρομή για να ακούσει τις θεωρίες ενός τρελού κομμουνιστή. Ίσως να περνούσε κάποια στιγμή, αλλά αυτό δε θα γινόταν σύντομα, ήταν σίγουρος… Κάθισε στη στάση και περίμενε το λεωφορείο, με τη σκέψη ενός καλοστριμμένου γάρου και ενός βαθύ απογευματινού ύπνου στον άνετο καναπέ του…

Advertisements

2 Σχόλια to “Ένας παλιός φίλος”

  1. mitsos22 Δεκέμβριος 1, 2012 στις 7:00 μμ #

    gamaei o houitis

  2. storyteller Δεκέμβριος 20, 2012 στις 9:44 μμ #

    in weed we trust !

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: