Συγκατοικώντας με τον ντιλερ

25 Νοέ.

Η πόρτα χτύπησε δυνατά και ο κύριος Χουίτης σηκώθηκε απότομα απ’ τον άνετο καναπέ του. Το βραδινό γάρο μόλις είχε στριφτεί και δεν ήθελε τίποτα να τον διακόπτει πριν το πιει. Τίναξε τα ρούχα του και κίνησε γρήγορα να ανοίξει την πόρτα. Αντίκρισε το φρικτό θέαμα του ντίλερ του, του Καπετάνιου, ο οποίος τον κοίταξε με αυτά τα γλοιώδη μάτια και του ζήτησε να αράξει μαζί του. Ο Χουίτης, κάπως εκνευρισμένος, του είπε να περάσει μέσα. Ήπιαν μαζί το γάρο και κάθισαν για λίγο αμίλητοι, μα ο Καπετάνιος δεν άντεξε να κρατήσει για πολύ τη σιωπή του.

– Έχω πρόβλημα ρε φίλε.

– Τι πρόβλημα;

– Άστα σου λέω, πακέτο…

– Τι ρε;

– Με διώχνουν απ’ το σπίτι μου.

– Πωω! Γιατί;

– Ε, έχω να πληρώσω νοίκι εννιά μήνες.

– Πακέτο ρε φίλε, γιατί όμως; Αφού πουλάς τόση φούντα.

– Δεν ξέρω ρε μαν, είναι δύσκολη η ζωή του ντίλερ.

– Και τι θα κάνεις;

– Δεν ξέρω ρε φίλε, έλεγα μήπως έμενα μερικές μέρες εδώ…

Ο Χουίτης άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και κοίταξε τρομοκρατημένος το βαποράκι. Ευχόταν να είχε ακούσει κάτι λάθος, μα ήταν σίγουρος ότι τα αυτιά του δεν τον γελούσαν, ο Καπετάνιος του είχε όντως προτείνει να μείνει μαζί του. Πήρε μια μεγάλη τζούρα απ’ το δίφυλλο που ακόμα γυρνούσε, κάθισε σιωπηλός κοιτώντας τον καπνό που έβγαινε απ’ τα πνευμόνια του στην ατμόσφαιρα, και απάντησε στον Καπετάνιο, «Θα σ’ αφήσω να μείνεις μόνο αν πληρώσεις νοίκι για όσο κάτσεις.»

Ο Χουίτης κρυφοχαμογέλασε σαρδόνια με το πονηρό σχέδιο του, ενώ ο Καπετάνιος έξυσε το κεφάλι του προβληματισμένος. Πήρε μια τζούρα και είπε, «Έλα ρε φίλε, τόσα χρόνια φίλοι, τώρα που έχω μια ανάγκη δε με βοηθάς;» «Να σε βοηθήσω, απάντησε ο Χουίτης, αλλά με το ζόρι καταφέρνω και συντηρώ εμένα, δε μπορώ να συντηρήσω δυο άτομα. Δε θέλω πολλά, ένα τρακοσάρι το μήνα είναι καλά.» Ο ντίλερ κατέβασε το κεφάλι του και είπε απογοητευμένος, «ρε φίλε, τετρακόσια πενήντα έδινα για το προηγούμενο, κάντο τουλάχιστον διακόσια…» Ο Χουίτης κάθισε σκεπτικός. Από τη μια δεν άντεχε τον Καπετάνιο και δε μπορούσε να είναι μαζί του για πάνω από μισή ώρα, αλλά είχε ανάγκη μερικά φράγκα, και αν και τα διακόσια ευρώ δεν ήταν και ιδιαίτερα πολλά, ήταν αρκετά. Και ήξερε ότι ο ντίλερ του θα έμενε εκεί για τουλάχιστον έξι μήνες, ήταν σίγουρος ότι αν ένας τόσο σιχαμένος τύπος έβρισκε μια τόσο καλή ευκαιρία δεν θα την άφηνε ποτέ, άρα σίγουρα θα έβγαζε καλά φράγκα. «Οκ, είπε, διακόσια το μήνα…» «Να σαι καλά ρε μαν, είπε ο Καπετάνιος ανακουφισμένος… Που θα είναι το δωμάτιο μου;» Ο Χουίτης έδειξε τον καναπέ που κάθονταν και το βαποράκι κοίταξε σκεπτικό. «Εδώ θα κοιμάμαι;» ρώτησε, κάνοντας τον Χουίτη να γνέψει καταφατικά. «Καλά, είπε μέσα απ’ τα δόντια του, θα βολευτώ…»

«Να σου πω ρε φίλε όμως, παίζει κανα φαγάκι;» ρώτησε αφού πέταξε μια βρωμερή πυτζάμα με ρίγες απ’ την τσάντα του στον καναπέ. Ο Χουίτης κατάπιε την οργή του και έφερε απ’ το ψυγείο ένα τάπερ με λίγα μακαρόνια. «Μην τα φας όλα, θέλω να φάω κι εγώ σε λίγο,» είπε στο βαποράκι κι εκείνος έγνεψε το κεφάλι του και του είπε να μην ανησυχεί. Ο Χουίτης κάθισε για να στρίψει ένα δίφυλλο, και μόλις το έφερε στο στόμα του για να το σκάσει είδε με την άκρη του ματιού του τον Καπετάνιο να τρώει την τελευταία πιρουνιά. «Ρε μαλάκα, δε σου πα να μην το φας όλο;» φώναξε εκνευρισμένος. «Σόρρυ ρε μαν, απάντησε ο ντίλερ, δεν έχω φάει τίποτα όλη μέρα…» Ο Χουίτης ξίνισε τα μούτρα του αλλά δεν είπε τίποτα, ήξερε ότι θα ήταν δύσκολη η ζωή με τον Καπετάνιο. Ήπιε το τελευταίο γάρο και πήγε να κοιμηθεί.

Τα ξημερώματα κι ενώ ονειρευόταν πως έπινε ένα ρο ίσα με τρία μέτρα ένιωσε κάτι να τον σκουντάει. Άνοιξε τα μάτια του και σε κατάσταση ύπνου ακόμα άκουσε τη σιχαμερή φωνή του Καπετάνιο. «Σόρρυ που σε ξυπνάω ρε, αλλά επειδή έχω ένα πρόβλημα στην πλάτη και ο γαμημένος ο καναπές δε με βολεύει, παίζει να κοιμηθώ εδώ;» Ο Χουίτης έτριψε το μέτωπο του και προσπάθησε να καταλάβει τι γινόταν. Όταν το συνειδητοποίησε πια σηκώθηκε, πήρε το μαξιλάρι του αμίλητος, κοίταξε αγριεμένος τον Καπετάνιο και κατευθύνθηκε για το σαλόνι. Όταν ξύπνησε κατά τη μια το μεσημέρι κοίταξε έκπληκτος τα άδεια σακουλάκια στο τραπέζι του. «Τι στον πούτσο, σκέφτηκε, αφού δεν το ήπια όλο χτες…» Λίγα λεπτά αργότερα ξύπνησε κι ο Καπετάνιος, που με ένα γλοιώδες χαμόγελο στο πρόσωπο του ήρθε κι έκατσε δίπλα στο Χουίτη. «Καλημέρα συγκάτοικε!» είπε και γέλασε μόνος του. «Μέρα, απάντησε κοφτά ο Χουίτης. Να σου πω, ξέρεις τι έγινε στο χόρτο μου; Χτες είχα αφήσει κανα γραμμάριο και σήμερα δε βρίσκω τίποτα.» Ο Καπετάνιος άναψε ένα τσιγάρο και απάντησε, «Α ναι, ξέχασα, χτες δε μπορούσα να κοιμηθώ καθόλου ρε μαν και ήπια λίγο…» Ο Χουίτης τον κοίταξε οργισμένος. «Πάω να πάρω καφέ,» είπε τελικά. «Πάρε μου και μια τυρόπιτα,» φώναξε το βαποράκι, μα ο συγκάτοικος του έκανε πως δεν άκουσε.

Γύρισε μετά από λίγο με τον ελληνικό στο χέρι, και ο Καπετάνιος τον ρώτησε για την τυρόπιτα του, μα ο Χουίτης δεν απάντησε, κάθισε στον καναπέ και άναψε ένα τσιγάρο. «Τι έγινε ρε μαν;» ρώτησε ο ντίλερ. «Τίποτα, απλά μου φαίνεται ότι με περνάς για μαλάκα…» «Εγώ ρε φίλε; Μετά από τόσα χρόνια φιλίας;» Ο Χουίτης πετάχτηκε απότομα απ’ τον καναπέ όταν άκουσε αυτό το τελευταίο και κοίταξε με μίσος το βαποράκι. «Έξω απ’ το σπίτι μου,» είπε προσπαθώντας να μείνει ήρεμος, ήταν και πασιφιστής… «Γιατί ρε μαν;» ρώτησε ο Καπετάνιος έκπληκτος, «καλά δεν περνάμε μαζί;» Ο Χουίτης ήθελε να τον πιάσει απ’ το λαιμό και να τον πετάξει απ’ το παράθυρο, αλλά συγκρατήθηκε και άνοιξε την πόρτα. «Μάζεψε τα πράγματά σου και φύγε, δε μένω άλλο μαζί σου.» Ο ντίλερ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τον έδιωχνε ο φίλος του, αλλά μάζεψε τα πράγματά του απογοητευμένος και σηκώθηκε να φύγει με τις πυτζάμες. «Τουλάχιστον να κάτσω για ένα τελευταίο γάρο;» είπε καθώς περνούσε απ’ την πόρτα, μα ο Χουίτης του την έκλεισε στα μούτρα χωρίς να απαντήσει. Γύρισε στον καναπέ του, έστριψε ένα μονοφυλλάκι και άπλωσε τα πόδια του ευχαριστημένος.

Θα ήταν η τελευταία φορά στη ζωή του που θα έβλεπε αυτόν τον σιχαμένο τύπο, αυτόν τον γλοιώδη ντίλερ που τον είχε δώσει στους μπάτσους για να σώσει το τομάρι του, αυτή τη λέρα που του έτρωγε τα σωθικά κι όμως είχε πολύ καλό σταφ και σε πολύ καλή τιμή. Ίσως και να τον ξανάβλεπε κάποια φορά. Ίσως να αγόραζε κανα γραμμάριο αν έπεφτε στην ανάγκη… Ήπιε μια γουλιά απ’ τον καφέ του, κατέβασε μια γερή τζούρα απ’ το γάρο του και απόλαυσε το υπόλοιπο της μέρας…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: