Ξενιτεμένος και Χαρμάνης

17 Νοέ.

Ήταν μια μαύρη νύχτα, μαύρη κι άραχλη, όταν ο κύριος Χουίτης, ξαπλωμένος στον μπεζ καναπέ του, μακριά από κάθε έγνοια, πίνοντας χοντρά τσιγαριλίκια, άκουσε το κουδούνι να χτυπάει με μανία. «Μπάτσοι!» σκέφτηκε ταραγμένος και πετάχτηκε απότομα για να κρύψει το σταφ που βρισκόταν στο τραπεζάκι του σαλονιού. Μάζεψε ότι πρόλαβε, το έχωσε σε ένα ντουλάπι στο μπάνιο – ήταν πολύ καλό σταφ για να το πετάξει – και έτρεξε να ανοίξει την πόρτα, προσπαθώντας παράλληλα να συμμαζέψει λίγο τα αποφάγια και τα κουτάκια μπύρας που κείτονταν σιωπηλά στο χαλί.

Άνοιξε την πόρτα και, προς έκπληξη του, δεν αντίκρισε κάποιο σεβαστό όργανο της τάξης έτοιμο να τον συλλάβει, αλλά την όψη του αγριεμένου πατέρα του. «Έλα ρε πατέρα, εσύ είσαι και με τρόμαξες;» του είπε ανακουφισμένος. Τον προσκάλεσε μέσα και γύρισε στον καναπέ του. Ο πατέρας του ήταν ένας σχεδόν ηλικιωμένος άνθρωπος, που στα πενηνταεννέα του χρόνια έπρεπε να δουλεύει ασταμάτητα (που λέει ο λόγος…) για να συντηρεί τον αχαΐρευτο τριαντάρη γιο του. Ήταν σχετικά ψηλός – όχι και πολύ, αλλά δεν τον έλεγες και κοντό – με μια τεράστια μπυροκοιλιά και χοντρά χέρια. Στη μέση του κεφαλιού του υπήρχε μια μεγάλη έκταση καράφλας που περιτριγυριζόταν από μια λεπτή στρώση γκρίζου μαλλιού, και τρίχες πετάγονταν από κάθε σημείο του σώματος του, συμπεριλαμβανομένων και των αυτιών και της μύτης. Συνήθως φορούσε ένα παλιό και βρώμικο μπλου τζιν, ανεβασμένο μέχρι τον αφαλό, και ένα πόλο μπλουζάκι που είχε σε πολλά χρώματα, μαύρο, άσπρο, κίτρινο και τα λοιπά, αλλά αυτή τη φορά είχε βάλει ένα πιο προσεγμένο πανταλόνι και ένα μπλε πουκαμισάκι. Κάθισε αμίλητος στον καναπέ και έμεινε να κοιτάει τους παπάδες που είχαν ξεμείνει στο τραπεζάκι. Αναστέναξε βαθιά, πονεμένα, και γύρισε να κοιτάξει το γιο του, που ήταν φανερά κομμάτια.

«Λοιπόν, τι σε φέρνει απ’ τα μέρη μας;» ρώτησε τελικά ο τελευταίος. Ο πατέρας τον κοίταξε στα κόκκινα μάτια του, και άρχισε να ρητορεύει ως άλλος Δημοσθένης. Τέλος πάντων, μετά από κάποια λεπτά ασταμάτητης και ασυνάρτητης πάρλας έφτασε και στο ζουμί. Τέρμα τα λεφτά για τον Χουίτη. Και είχε δυσκολίες, και η μάνα του ήταν άρρωστη, και ήταν γέρος άνθρωπος, και τα λοιπά. Ο κύριος Χουίτης βέβαια ήταν συνηθισμένος στο να του κόβει το χαρτζιλίκι μια φορά στο τόσο ο πατέρας του, γι’ αυτό και δεν φρίκαρε, αλλά αντιθέτως είπε, δήθεν μετανιωμένος, «έχεις δίκιο πατέρα, δε μπορώ να ζω άλλο έτσι, αύριο θα πάω να ψάξω για δουλειά.» Ο πατέρας του όμως τα είχε σχεδιάσει όλα. «Δεν χρειάζεται,» είπε. «Το έχω κανονίσει. Θα πας στην Αμερική, στην Αστόρια, θα δουλέψεις στην ταβέρνα του θείου σου του Χαράλαμπου. Θα σε φιλοξενήσει και στο σπίτι του για όσο χρειαστεί.» Ο Χουίτης έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του, ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει με μανία, ήξερε ότι ο πατέρας του δεν του έκανε πλάκα και δεν του έλεγε μαλακίες, ήξερε ότι όντως είχε κανονίσει να τον στείλει στην Αμερική. «Έλα ρε πατέρα, δε μιλάς σοβαρά, ε;» ρώτησε, μα δεν περίμενε απάντηση. «Πώς θα πάω εκεί ρε μπαμπά; Τι θα κάνω; Πώς θα ζήσω; Γιατί;» είπε φρικαρισμένος όσο δεν πάει. «Σου είπα, τα έχω κανονίσει όλα,» απάντησε ψύχραιμα ο πατέρας του. Και τέλος πάντων, μετά από λίγα ακόμα «Γιατί ρε πατέρα;», ο κύριος Χουίτης άρχισε να το παίρνει απόφαση. Θα ήταν μια νέα εμπειρία. Ποιος ξέρει, ίσως να έβρισκε και τις καλύτερες φούντες εκεί πέρα, είχε ακούσει για τα καλύτερα kush.

Μετά από μια βδομάδα ακριβώς, ο Χουίτης βρισκόταν στο αεροδρόμιο με μια μεγάλη βαλίτσα στα χέρια και κατακόκκινα μάτια από τα τελευταία γάρα στην πατρίδα. Το μόνο πράγμα που τον τρόμαζε ήταν το που θα έβρισκε μαύρο τις πρώτες μέρες εκεί πέρα. Δεν είχε καμία άκρη, κανένα γνωστό, μόνο το θείο του το Χαράλαμπο, που δεν ήλπιζε ότι θα έπινε… Αλλά ντάξει, «ολόκληρη Νέα Υόρκη, όλο και κάπου θα βρω φούντα,» σκεφτόταν.

Οχτώ περίπου ώρες αργότερα έφτασε στη Νέα Υόρκη, όπου ο χοντρός και γλοιώδης θείος του τον περίμενε για να τον βομβαρδίσει με ερωτήσεις. «Χει, Χουίτης, ανιψιέ μου, τι κάνεις; Πώς πάει η πατρίντα; Όλα καλά εκεί στο Γκρις; Τι κάνει μπαμπάς και μαμά;» «Όλα καλά,» απάντησε λακωνικά ο Χουίτης. «Μπράβο, μπράβο, γουέλ νταν,» είπε χαμογελαστός ο σιχαμένος θείος Χαράλαμπος. Φορούσε ένα βρώμικο μπλου τζιν, σαν αυτά που φορούσε ο πατέρας του, και μια βρωμερή άσπρη φανέλα. Έζεχνε ολόκληρος, μύριζε γύρο και άλλα κρέατα. Καθάριζε τα κίτρινα και γεμάτα αποφάγια δόντια του με το μακρύ μαύρο νύχι του μικρού του δακτύλου. Ανά στιγμές έβηχε δυνατά και έφτυνε χλέπες. Τον οδήγησε μέχρι το αμάξι του, μια τζιπάρα δέκα μέτρα, και ξεκινήσανε για το σπίτι του στην Αστόρια. «Θα είσαι κουρασμένος,» είπε τελικά στον ανιψιό του, και ο τελευταίος κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Μα η αλήθεια είναι ότι πρόβλημα δεν ήταν η κούραση, μα το ότι ήταν νηφάλιος απ’ το πρωί. Αυτό τον τρέλαινε περισσότερο απ’ όλα, μα το είχε πάρει απόφαση ότι τουλάχιστον σήμερα δεν θα έπινε καθόλου. Από αύριο θα έβλεπε τι θα έκανε…

Φτάσανε στο μοναχικό σπίτι της Αστόρια, φάγανε μεσημεριανό, ήταν ακόμα μεσημέρι εκεί πέρα, και ο Χουίτης έπεσε με τα ρούχα στον καναπέ και κοιμήθηκε τρεις ώρες, μέχρι που τον ξύπνησε ο θείος Χαράλαμπος. «Έλα, έλα, γουέικ απ, έχουμε ντουλειά να κάνουμε, έχουμε να πάμε στο ρέστωραντ,» είπε καθώς φόραγε ένα καθαρό πουκάμισο πάνω απ’ τη βρωμερή φανέλα. Ο Χουίτης δεν αντέδρασε, φόρεσε ένα μαύρο παντελόνι κι ένα άσπρο πουκάμισο που του έδωσε ο θείος του και μπήκε στο αμάξι.

Στο εστιατόριο, που βασικά ήταν κάτι σαν κυριλέ σουβλακερί, ο κύριος Χουίτης θα έκανε το σερβιτόρο, με μισθό οχτακόσια δολάρια το μήνα, όχι κι άσχημα. Είχε ξαναδουλέψει σερβιτόρος αρκετές φορές σε ταβέρνες, οπότε ήξερε πάνω κάτω τη δουλειά, αλλά ποτέ για περισσότερο από τρεις μήνες. Έτσι και ξεκίνησε χαρούμενος τη δουλειά. Και η πρώτη μέρα πήγε καλά, δεν είχε κανένα πρόβλημα, ούτε καν τον ενόχλησαν οι κυριλέ φλώροι αμερικάνοι που με ύφος ζητούσαν μερίδες γκύρο.

Την επόμενη μέρα το πρωί αποφάσισε να βγει στο κέντρο της πόλης και να ψάξει για χόρτο. Μα, χουίτης ως ήταν, κατέληξε στο αυτόφωρο, αφού σε κάποιο στενό ζήτησε φούντα από έναν αντερκάβερ μπάτσο. Ευτυχώς ήταν καθαρός και γρήγορα τον άφησαν να φύγει. Μα το πρόβλημα ήταν πως ακόμα δεν είχε βρει ούτε έναν παπά, και είχε αρχίσει να τον πιάνει απελπισία. Στο εστιατόριο το απόγευμα με δυσκολία συγκρατούσε τα νεύρα του. Είχαν αρχίσει να τον πιάνουν οι κρίσεις του. Ο Χουίτης πλέον είχε φτάσει σε ένα σημείο που η χαρμάνα δεν ήταν απλή χαρμάνα, ήταν κρίση στέρησης. Κάθε πρωί της επόμενης βδομάδας έβγαινε στη γύρα μπας και βρει κανα βαποράκι και κάθε βράδυ έριχνε μπουνιές στον αέρα απ’ τα νεύρα του που δεν έβρισκε. Δεν ήταν καθόλου συνηθισμένος σε τέτοιες χαρμάνες, συνήθως δε μπορούσε να αντέξει ούτε μια μέρα χωρίς λίγο μαύρο.

Μα μετά από λίγο καιρό άρχισε να συνηθίζει. Ξεκίνησε βέβαια το κάπνισμα, αλλά άντεχε χωρίς φούντα. «Ένα πακέτο Marlboro είναι καλύτερο από πενήντα joints,» έλεγε προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του. Και σχεδόν τα είχε καταφέρει. Δύο μήνες αργότερα δούλευε σκληρότερα από ποτέ στο εστιατόριο και η μόνη του απόλαυση ήταν μερικά τσιγαράκια στα διαλείμματα. Μέχρι και τις μπύρες είχε κόψει…

Ήταν μια κρύα χειμωνιάτικη μέρα όταν ξύπνησε στο άγριο χάραμα επειδή κατουριόταν, και καθώς στόχευε στη λεκάνη του ήρθε η επιφοίτηση. «Μα τι κάνω ρε μαλάκα;» ρώτησε τον εαυτό του φρικαρισμένος. Είχε μόλις συνειδητοποιήσει πως απ’ τη μέρα που έφτασε στην Αμερική είχε κόψει τα τσιγαριλίκια και είχε αρχίσει να καπνίζει βιομηχανικά τσιγάρα και να δουλεύει σαν γαϊδούρι στο εστιατόριο του γλοιώδη θείου του για να εξυπηρετεί σιχαμερούς αμερικάνους. Ξαφνικά άρχισε να του λείπει το σπίτι του, τα χοντρά γάρα που έστριβε στο σαλόνι του, τα φυτά στο βεστιάριο, ακόμα κι ο σιχαμένος ο Καπετάνιος του έλειπε. Βγήκε απ’ την τουαλέτα πνιγμένος μες στη φρίκη, και βάλθηκε να μαζεύει τα λιγοστά πράγματα του. Έκλεισε απ’ τον υπολογιστή με την κάρτα του θείου του το φθηνότερο αεροπορικό εισιτήριο που βρήκε, έχωσε τα χίλια εξακόσια δολάρια που είχε μαζέψει σε μια τσέπη και το πρωί, πριν καν βγει ο ήλιος, ξεκίνησε για το αεροδρόμιο.

Και τέλος πάντων, σήμερα αράζει στον αναπαυτικό πουπουλένιο καναπέ του και πίνει τσιγαριλίκια, ξέροντας ότι τα λεφτά που έβγαλε θα είναι αρκετά για να ζήσει μέχρι να αλλάξει γνώμη ο πατέρας του…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: