Ο Χουίτης… ταξιδεύει – Μέρος Β’

10 Νοέ.

Τα πρώτα λεπτά είχαν περάσει κι ενώ ο Τζιβάνας κι ο Ιωνάθαν είχαν ήδη αρχίσει να βλέπουν οράματα, ο κύριος Χουίτης δεν είχε νιώσει τίποτε ακόμα, σκεφτόταν πως μάλλον δεν θα τον είχε πιάσει. Ο Τζιβάνας του είπε να βγάλει το mp3 του απ’ το σακίδιο του και να ακούσει μουσικη, θα βοηθούσε. Έτσι κι έκανε, μα μετά από δέκα λεπτά ακόμα δεν ένιωθε κάτι. Ο Ιωνάθαν κάθισε δίπλα του – τριπαρισμένος όσο δεν πάει – και ζήτησε το ένα ακουστικό του. Απογοητευμένος όμως απ’ τις μουσικές επιλογές του, του το γύρισε γρήγορα πίσω, λέγοντας: «Αυτά είναι φλώρικα…» Ο Τζιβάνας έσπευσε να βοηθήσει – εξίσου τρίπιος – φέρνοντας το δικό του mp3 που ήταν τιγκαρισμένο με τρανς. Έδωσε στον Χουίτη να ακούσει, και τότε ήταν που δειλά δειλά άρχισε και το δικό του τριπ…

Αρχικά ένιωσε την ενέργεια να κατακλύζει το σώμα του, έδινε τσίτες και μάλιστα άρχισε και να χορεύει στο ρυθμό της τρανς. Σιγά σιγά άρχισε και το πιο πνευματικό  κομμάτι του τριπ κι οι αισθήσεις άρχισαν κάπως να αλλάζουν, να γίνοντε πιο έντονες. «Μαλάκα! Την άκουσα!» φώναξε ο Χουίτης κάνοντας τον Ιωνάθαν να ξινίσει τα μούτρα του μέσα στο υπερβατικό του ταξίδι, ενώ ο Τζιβάνας δεν έδωσε καμία σημασία. Ο Χουίτης έμπαινε για τα καλά σε μια δίνη ψυχεδέλειας, και στην αρχή όλα πήγαιναν καλά, φαινόταν να το απολαμβάνει.

Μα σύντομα η διασκέδαση άρχισε να χάνεται μαζί με κάθε τι άλλο μέσα σ’ αυτή τη μαύρη τρύπα. Οι δύο φίλοι του τριπάρανε για τα καλά, και είχαν απομακρυνθεί πολύ από κοντά του, τόσο που πλέον δεν τους έβλεπε καν, και ο Χουίτης είχε μείνει μοναχός του να σκαλώνει στον γεμάτο αστέρια ούρανο. Κοίταξε την άμμο της παραλίας, του φάνηκε πως ανέπνεε, πως ήταν ζωντανή και αυτό τον φρίκαρε λίγο. Την ψηλάφισε με τα χέρια του, ένιωσε την υφή της πολύ πιο διαφορετική απ’ ότι τη θυμόταν, τρόμαξε με τα σχέδια που σχημάτιζαν τα δάχτυλα του στην επιφάνεια της. Σηκώθηκε απότομα όρθιος, άγγιξε το σώμα του μα δεν μπορούσε πια να το νιώσει ως δικό του, του φαινόταν ξένο. Αν και η αίσθηση του χρόνου είχε εξαφανιστεί τελείως, η ώρα περνούσε και ο Χουίτης φρίκαρε όλο και περισσότερο όσο ένιωθε τον εαυτό του να χάνεται μέσα στο τίποτα. Άρχισε να ψάχνει τους άλλους, μα δε μπορούσε να τους βρει στην παραλία και φοβότανε να φύγει μόνος του.

Άρχισε να ιδρώνει και να μη μπορεί να διαχειριστεί καθόλου το άγχος του. Δε μπορούσε να νιώσει το σώμα του, μα μπορούσε να νιώσει την καρδιά του που χτυπούσε με μανία και τον κόμπο που έσφιγγε το λαιμό του. Έκλεισε τη μουσική που του πονούσε τα αυτιά, μαζεύτηκε σε μια γωνία δίπλα στη σκηνή του και άρχισε να σιγοτραγουδάει ένα τραγούδι που δε θυμόταν πως το λέγανε, μα δεν έγινε τίποτα, η φρίκη υπήρχε ακόμα και τον κυρίευε. Είχε αρχίσει να ξεχνάει ακόμα και το ονομά του και περιπλανιότανε στην παραλία τρομαγμένος προσπαθώντας να βρει κάτι, οτιδήποτε, μα δεν τα κατάφερνε. Και το χειρότερο, πλέον είχε την αίσθηση πως το τριπ αυτό δε θα τελειώνε ποτέ, πως όλη του η ζωή από δω και στο εξής θα ήταν αυτή η ασταμάτητη και αιώνια φρίκη. Στη σκέψη αυτή τρόμαξε ακόμα περισσότερο, πλέον ένιωθε γυμνός μπροστά στο τέρας της ψυχεδέλειας, γυμνός και ανήμπορος. Μπήκε μέσα στη σκήνη και προσπάθησε να κοιμηθεί, χωρίς αποτέλεσμα. Έκλεινε τα μάτια και αντίκρυζε μόνο το φόβο και τη φρίκη. Μετά από μια αιωνιότητα και ένα λεπτό βγήκε έξω και ξάπλωσε στην άμμο, προσπάθησε να ηρεμίσει, μάταια.

Ευτυχώς κάποια στιγμή μετά από άπειρη ώρα επέστρεψαν ο Τζιβάνας και ο Ιωνάθαν, που όση ώρα ο Χουίτης φρίκαρε τη ζωή του εκείνοι εξερευνούσαν το σύμπαν. Οι φάτσες τους όμως φαίνονταν φρικτές, θύμιζαν φάτσες διαβολικών καλικάντζαρων – δε μπορούσαν να περιγραφούν αλλιώς – γι’ αυτό και ο Χουίτης φοβήθηκε να τους πλησιάσει και κουλουριάστηκε στην άμμο. Οι δύο φίλοι του τρόμαξαν όταν τον είδαν έτσι, έτρεξαν κοντά του και με δυσκολία προσπάθησαν να συννενοηθούν. Ο Τζιβάνας δηλαδή, γιατί ο Ιωνάθαν βρισκόταν στην απόλυτη έκσταση, δεν είχε καμία επαφή με το περιβάλλον, μονάχα επεξεργαζόταν ό,τι έβλεπε και μουρμούριζε ακαταλαβίστικες φιλοσοφίες. «Τι έπαθες;» ψέλλισε ο Τζιβάνας που με το ζόρι κατάφερνε να αρθρώσει λέξεις. «Ποιός είσαι;» ρώτησε τρομαγμένος ο Χουίτης. «Ο Τζιβάνας είμαι ρε, ο φίλος σου.» Ο κύριος Χουίτης μπορούσε να ακούσει κανονικά τις λέξεις, μα δε μπορούσε να τις καταλάβει, τις άκουγε και του φαίνονταν άδειες, χωρίς κανένα νόημα, ασήμαντες και ανούσιες, κι αυτό τον τρόμαζε ακόμα περισσότερο. «Θέλω να πάω στην πόλη, στον κόσμο,» κατάφερε να πει τελικά μετά από ώρα. «Τι έχει να σου δώσει η πόλη που δε μπορούμε να σου δώσουμε εμείς;» ρώτησε στοργικά ο φίλος του που είχε αρχίσει να καταλαβαίνει την όλη κατάσταση. «Δεν ξέρω… Θέλω να πάω στην πόλη,» επέμεινε ο Χουίτης. «Η πόλη είναι πολύ μακριά,» αποκρίθηκε ο Τζιβάνας, «δε μπορούμε να πάμε με τα πόδια. Απλά περίμενε, σε λίγο το τριπ θα τελειώσει,» είπε, αλλά δεν το πίστευε, και για κείνον το τριπ φαινόταν αιώνιο, χωρίς αρχή και τέλος, προσπαθούσε απλώς να καθησυχάσει τον φρικαρισμένο φίλο του. «Όχι, όχι, πρέπει να πάμε τώρα,» επέμεινε εκείνος. Ο Τζιβάνας κάθισε για λίγο σκεπτικός και προσπάθησε να βάλει σε μια σειρά το χάος των σκέψεων του. «Εντάξει, θα πάμε,» είπε τελικά και με δυσκολία πήρε τον Χουίτη απ’ τον ώμο και ξεκινήσανε. Ο Ιωνάθαν δεν είχε καταλάβει τι είχε γίνει, μα ακολούθησε σιωπηλός και εκστασιασμένος.

Μετά από ένα απροσδιόριστο διάστημα χρόνου και μια σειρά από φρίκτες σκέψεις, αισθήσεις και παραισθήσεις για τον κύριο Χουίτη, οι τρεις φίλοι κατάφεραν να φτάσουν στο λιμανάκι του νησιού. Περιπλανήθηκαν αγχωμένοι στα γεμάτα κόσμο στενά προσπαθώντας να φαίνοντε νηφάλιοι. Ο Χουίτης και ο Τζιβάνας δηλαδή, τον Ιωνάθαν δεν τον ένοιαζε. Μα οι διεσταλμένες κόρες των ματιών τους, τα πεταγμένα έξω σαγόνια τους και οι χαοτικές σκέψεις που φώναζε δυνατά χωρίς να το καταλαβαίνει ο Ιωνάθαν τους πρόδιδαν. Πήγαν να αράξουν σε μια παραλία στην οποία, ευτυχώς, δεν υπήρχε κανένας παρα μόνο μια παρέα εικοσάχρονων. Κάθισαν εκεί για ώρες, και ο κύριος Χουίτης άρχισε να συνέρχεται. Το φρικτό του ταξίδι τελείωνε…

Όταν πια τα πράγματα ηρέμισαν οι τρεις γύρισαν πίσω στη σκηνή τους. Ο Τζιβάνας και ο Ιωνάθαν λόγω των τεσσάρων σταγόνων βέβαια τρίπαραν ακόμα αρκετά, αλλά όχι τόσο έντονα όσο πριν. Ο Χουίτης πλέον είχε σχεδόν νηφαλιέψει, πλέον δε φοβόταν, απλώς ένιωθε πιο κουρασμένος από ποτέ, το μόνο που ήθελε ήταν να κοιμηθεί. Έτσι κι έκανε, χωρίς να μιλήσει καθόλου, χωρίς καν να κάτσει για να πιεί απ’ το τσιγαριλίκι που γυρνούσε. Και οι επόμενες μέρες πέρασαν κάπως έτσι. Προσπαθούσε να αποφεύγει όσο μπορούσε την ομιλία, κοιμόταν γύρω στις δεκατέσσερις ώρες τη μέρα και οι μόνες ώρες που καθόταν στην παρέα με τους άλλους δύο ήταν οι ώρες του γάρου. Δεν είχε θυμώσει με τον παλιό του φίλο, απλά είχε συνειδητοποιήσει πως πλέον βρισκόταν σε άλλο δρόμο και δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει. Το χάος και η φρίκη του τριπ είχαν ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα μέσα του.

Και μετά γύρισαν στην πόλη. Ο Χουίτης κλείστηκε για ένα μήνα στο σπίτι του και δεν ξαναπήρε ποτέ τηλέφωνο τον Τζιβάνα, ούτε απάντησε ποτέ στα μηνύματα του. Το μόνο που ήθελε ήταν να αράζει μοναχός του στον άνετο καναπέ του και να πίνει τα γαράκια του. Εξ’ άλλου, όπως είπε κι εκείνος, «αυτές οι χημικές μαλακίες δεν είναι για μένα…»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: