Αναζητώντας λίγο σταφ – Μέρος Β’

20 Οκτ.

Ο κύριος Χουίτης μόλις βγήκε απ’ το διαμερισμά του πήρε το σκληρό του ύφος και έδειξε με το χέρι του προς τη μεριά της πλατείας. Ήταν αποφασισμένος να βρει λίγο σταφ, ακόμα κι αν χρειαζόταν να ψάχνει όλο το βράδι μέσα στα βρώμικα στενά και  τους σιχαμερούς ανθρώπους της πλατείας. Μα δεν θα χρειαζόταν. Εκεί πάντοτε υπήρχαν δύο-τρία βαποράκια, μόνιμα πρόθυμα να δώσουν και το καλύτερο χόρτο τους για λίγα ευρώ. Το εικοσάρικο του Χουίτη θα ήταν αρκετό τουλάχιστον για ένα γραμμαριάκι, ίσα ίσα για να του περάσει ο πόνος της χαρμάνας. Είχε και ο Καπετάνιος ένα εικοσάρικο, οπότε θα μπορούσαν να πάρουν μαζί δυόμισι γραμμάρια, αρκετά για να περάσουν τη νύχτα, ίσως και όλοκληρη την επομένη μέρα αν έκανε λίγο κράτει. Έτσι το σχεδίαζε…

Φτάσανε στην πλατεία και, όπως ήταν αναμενόμενο, συνάντησαν όλους εκείνους που ο Χουίτης δεν ήθελε ούτε να βλέπει μπροστά του. Ο Καπετάνιος βέβαια, κοινωνικός όπως πάντα μες στη σιχαμάρα του, άρχισε να πιάνει την κουβέντα με πολλούς. Ο κύριος Χουίτης τότε βρήκε την ευκαίρια να κόψει κίνηση και στα γύρω στενά, μα, για κακή του τύχη, δεν έβλεπε πουθένα κάποιον ντίλερ, ούτε καν κάποιο βαποράκι. Γύρισε απογοητευμένος και φρικαρισμένος στην πλατεία και πήγε κοντά στον Καπετάνιο που είχε πιάσει συζήτηση με μια απαίσια γκόμενα, ίσως πιο σιχαμένη ακόμα κι απ’ τον ίδιο τον Καπετάνιο. Τον τράβηξε απαλά απ’ τον ώμο, του ζήτησε ένα τσιγάρο και του είπε ταραγμένος: «Δεν βρήκα κανέναν. Παίζει να βρεις έσυ κάποιον γνωστό σου εδώ πέρα;» Ο Καπετάνιος έκανε ένα βήμα πίσω και αγνάντεψε περήφανος τις γωνίες της πλατείας. Κατέβασε το κεφάλι και είπε χαμηλόφωνο: «Μπα ρε μαν, κι εγώ δε βλέπω κανέναν. Πακέτο.» Και ήταν όντως πακέτο. Ο Χουίτης έτριψε το ιδρωμένο μετωπό του και ρώτησε απελπισμένα: «Είσαι σίγουρος; Δεν έψαξες καθόλου…» «Είμαι σίγουρος σου λέω ρε φίλε τώρα, το φάγαμε το πακέτο. Ντάξει, θα μείνουμε και μια μέρα χαρμάνηδες, δεν πειράζει ρε μαν, μην χαλίεσαι.» Μα ο Καπετάνιος δεν μπορούσε να καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης. Ο κύριος Χουίτης δεν είχε περάσει ούτε μια μέρα νηφάλιος από τότε που βγήκε απ’ τη φυλακή. Ήταν ένα σερί για το οποίο ήταν πολύ περήφανος και δεν ήθελε να το χαλάσει.

Πήγε στο περίπτερο, πήρε μια φτηνή μπύρα και κάθισε σκεπτικός σ’ ένα παγκάκι. Πλέον το έβλεπε πως δεν υπήρχε ελπίδα και σχεδόν ένιωσε ένα δάκρυ να κυλάει στο προσωπό του. Έσκυψε κάτω και έτριψε το κεφάλι του. Ένιωθε ηττημένος, χειρότερα ακόμα κι από εκείνη τη μέρα με τα ανικανοποίητα munchies. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Κατέβασε τη μπύρα με μια γουλιά και έμεινε εκεί, στο κρύο του παγκάκι, περιμένοντας ένα θαύμα. Αντ’ αυτού ήρθε ο Καπετάνιος – που προηγουμένως κάπου είχε εξαφανιστεί συζητώντας για μαλακίες με τους κλασσικούς μαλάκες – και κάθισε δίπλα του. «Άραξε ρε φίλε, δεν έγινε και τίποτα,» είπε. Ο Χουίτης έκανε έναν μορφασμό, μα δεν απάντησε. «Δεν καταλαβαίνεις,» είπε τελικά μετά από ώρα. «Γυρνάω σπίτι.» «Κάτσε λίγο ρε μαν, παίζει να βρούμε λίγο σταφ.» Τα μάτια του κύριου Χουίτη άστραψαν. «Που ρε μαλάκα;» ρώτησε δυνατά. «Στο πάρκο. Εκεί γίνοντε συνήθως τα νταραβέρια τελευταία. Θα βρούμε σωστό σκανάκι εκεί.» «Και δεν το λες τόση ώρα ρε μαλακά;» είπε ο κύριος Χουίτης θυμωμένος, μα και παράλληλα χαρούμενος που η ελπίδα για λίγη φούντα αναγεννιόταν μέσα του.  Έτσι λοιπόν οι δυο τους ξεκίνησαν για το παρκάκι, αφού βέβαια πρώτα ο Καπετάνιος χαιρέτησε όλους τους σιχαμερούς γνωστούς του.

Σύντομα ήταν εκεί, στη μέση του μικρού πάρκου, μα δεν υπήρχε κανένας πέρα από μια παρέα τριών ατόμων που άραζαν στο παγκάκι κι έπιναν μπύρες. Ο Χουίτης έτριψε σκεπτικός το μετωπό του. «Δεν βλέπω κανένα βαποράκι εδώ,» είπε. Ο Καπετάνιος δεν απάντησε, μα συνέχισε να κοιτάει στις γωνίες του πάρκου. «Ούτε εγώ,» είπε τελικά, χωρίς να πάρει το ηλίθιο βλέμμα του από το πάρκο. Ο κύριος Χουίτης, καταβεβλημένος και μη μπορώντας να συγκρατήσει το βάρος του σωματός του, κάθισε αργά σε ένα παγκάκι και έβαλε το προσωπό του μέσα στα χέρια του. Τα πράγματα ήταν χειρότερα από ποτέ και ο Χουίτης πλέον το έβλεπε καθαρά πως δεν υπήρχε ελπίδα. Ο Καπετάνιος έκανε μια βόλτα μα γύρισε γρήγορα με ένα βαθύ απογοητευμένο βλέμμα, που όμως τον έκανε να φαίνεται ακόμα πιο σιχαμερός και γλοιώδης απ’ ότι συνήθως. «Τίποτα ρε μαν… Πακέτο,» είπε δυνατά καθώς καθόταν στο παγκάκι δίπλα στον Χουίτη. Ο τελευταίος πετάχτηκε απότομα, κλώτσησε ένα πεσμένο μπουκάλι μπύρας με όλη του τη δύναμη και έβγαλε μια υστερική κραυγή, που έκανε τους τύπους που κάθονταν στο απέναντι παγκάκι να σταματήσουν την κουβέντα τους και να στρέψουν τρομαγμένοι τα κεφάλια τους για λίγα δευτερόλεπτα προς τη μεριά των δύο νηφάλιων χασικλήδων. «Άραξε ρε φίλε,» είπε πιο ήρεμος ο Καπετάνιος, μα ο κύριος Χουίτης ήταν εξοργισμένος και δεν άκουγε τίποτα.

Άρχισε να τρέχει σαν άγριο θηρίο από παγκάκι σε παγκάκι, έψαχνε από κάτω μήπως και κάποιο βαποράκι είχε ξέχασει ένα σακουλάκι με λίγη φούντα, ας ήταν και αλβανός, δεν τον ένοιαζε πια, το μόνο που ήθελε ήταν λίγο σταφ. Μα τζίφος. Δεν υπήρχε τίποτα. Έπεστρεψε και κάθισε στο παγκάκι του με έναν βουβό αναστεναγμό. Ήταν η χειρότερη μέρα της ζωής του. Ο Καπετάνιος άπλωσε το βρωμερό χέρι του στον ώμο του Χουίτη, κι εκείνος, για πρώτη φορά, δεν ενοχλήθηκε απ’ αυτό, αντιθέτως, ένιωσε κάπως καλύτερα. Σηκώθηκε με βουρκωμένα μάτια, πήγε σε ένα περίπτερο και έφερε δύο μπύρες. Τις ήπιε με τον Καπετάνιο και, χωρίς να πει κάτι, ξεκίνησε να φύγει. «Άυριο θα σου φέρω δέκα τζι να τα πίνουμε τρείς μέρες ρε μαν,» είπε το βαποράκι κι έκανε ένα μικρό χαμόγελο να εμφανιστεί για λίγο στη φάτσα του  κύριου Χουίτη.

Έτσι, μετά από κάμποση ώρα περπάτημα, ο χαρμάνης Χουίτης έφτασε στην εξωπορτά του, πιο ήρεμος πλέον, έχοντας αποδεχτεί ότι η σημερινή μέρα χάθηκε και δεν γυρίζει πίσω. Μπήκε στο διαμέρισμα, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και, λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, έκλεισε τα μάτια και φαντάστηκε χρυσοπράσινους παπάδες και καλοστριμένα τσιγαριλίκια. Για λίγο έβγαλε απ’ το μυαλό του τα πάντα και μπόρεσε και κοιμήθηκε, ελπίζοντας, όμως, βαθιά μέσα του πως άυριο ο ήλιος θα ανέτειλε ξανά…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: