Η Φρικτή Νύχτα των Munchies

29 Σεπτ.

Ο κύριος Χουίτης άνοιξε την πόρτα του ψυγείου του, μόνο και μόνο για να βρει ένα άδειο τάπερ, που προφανώς παλιότερα θα είχε μέσα κάποιο φαΐ της μάνας του, και δύο μπύρες αγορασμένες απ’ το μπακάλικο της γειτονιάς του. Άνοιξε το τάπερ για να βεβαιωθεί πως ήταν άδειο, και, απογοητευμένος, πήρε μια μπύρα και τράβηξε αργά για το σαλόνι του και τον πουπουλένιο καναπέ του.

Το τελευταίο αυτό joint του είχε ανοίξει για τα καλά την όρεξη και η κοιλιά του γουργούριζε. Ήπιε στα γρήγορα τη μπύρα του αλλά δεν του έκοψε καθόλου την πείνα. Ξαναπήγε στην κουζίνα, ελπίζοντας πως με κάποιο μαγικό τρόπο θα είχε εμφανιστεί κάτι φαγώσιμο, μα δε βρήκε τίποτα και ξαναγύρισε στο σαλόνι. Τα munchies τον πέθαιναν. Έπρεπε οπωσδήποτε να πάρει κάτι να φάει, αλλά βαριόταν να βγει απ’ το σπίτι. Κάθισε κι έστριψε ένα τελευταίο γι’ απόψε τσιγαριλίκι, μα το κοίταξε σιωπηλός και αποφάσισε να μην το πιει αν δε φάει πρώτα. Τα έβαλε με τον εαυτό και μέσα στην οργή του πετάχτηκε απ’ τον καναπέ σαν μανιακός Σπαρτιάτης έτοιμος να σκοτώσει όποιον βρεθεί στο διάβα του. Θα πήγαινε στο μπακάλικο, το είχε πάρει απόφαση. Φόρεσε ένα ζεστό παλτό που είχε πεταμένο στο πουφ, ήπιε λίγο νερό απ’ το νεροχύτη, φόρεσε και κάτι σαγιονάρες που βρήκε στο πάτωμα και με περίσσιο θάρρος και δύναμη βάδισε αργά για το μπακάλικο στη γωνία του δρόμου.

Μετά από όχι και πολλή ώρα ο Χουίτης έφτασε στο μπακάλικο χαρούμενος με τον εαυτό του. Μπήκε μέσα δειλά, χωρίς να κοιτάξει καν τη χοντρή γυναίκα στο ταμείο, και βάλθηκε να κοιτάει τα ράφια. Μα γρήγορα ξέχασε γιατί είχε έρθει ως εκεί. Κάθισε γύρω στα 15 λεπτά μπροστά από ένα ράφι με πατατάκια προσπαθώντας να θυμηθεί, αλλά δεν τα κατάφερε, και όταν κατάλαβε πως η γυναικά στο ταμείο τον κοιτούσε περίεργα έπιασε αμήχανα ένα μπουκαλάκι νερό απ’ το ψυγείο, έβγαλε κάτι ψιλά από την τσέπη του, πλήρωσε και έφυγε βιαστικός. Μέχρι να γυρίσει σπίτι του το είχε πιει όλο, μα μέσα του το ένιωθε πως για κάποιον άλλο λόγο είχε πάει στο μπακάλικο, αλλά τέλος πάντων, δεν είχε και σημασία…

Γύρισε λοιπόν στο σπίτι του και άναψε το joint που είχε στρίψει πριν φύγει. Πριν προλάβει να το τελειώσει όμως του ήρθε η επιφοίτηση. Στο μπακάλικο είχε πάει γιατί ήθελε να πάρει κάτι να φάει! Αυτό ήταν! Αμέσως μόλις το θυμήθηκε ένιωσε την κοιλιά του να γουργουρίζει και τσαντίστηκε που το χε ξεχάσει. «Καλά, δεν πειράζει, θα πιω το joint και θα πάω μετά,» είπε μόλις ηρέμισε και συνέχισε να πίνει σιγά σιγά.

Χωρίς να το καταλάβει η ώρα πέρασε, έφτασαν μεσάνυχτα, κι ενώ είχε αποφασίσει να μην πιει άλλο, η κοιλιά του άρχισε πάλι να διαμαρτύρεται. Κοίταξε προσεχτικά το ρολόι και αποφάσισε να προσπαθήσει να κοιμηθεί. Έμεινε μισή ώρα στο κρεβάτι του και οι πόνοι δεν έλεγαν να σταματήσουν. Προσπαθούσε να θυμηθεί πότε ήταν η τελευταία φορά που είχε φάει, αλλά δεν τα κατάφερνε. Στην πραγματικότητα ήξερε πως είχε φάει το τελευταίο κομμάτι κοτόπουλου που του χε δώσει η μάνα του κατά τις 5 το απόγευμα, μα δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Τέλος πάντων με τα πολλά το πήρε απόφαση και κίνησε ξανά για το μπακάλικο.

Προς μεγάλη του έκπληξη – και απογοήτευση – όμως, το μπακάλικο ήταν κλειστό. «Μα πώς είναι δυνατόν; αναρωτήθηκε, αφού θυμάμαι ότι έκλεινε μετά τις δυο τη νύχτα.» Μα τώρα ήταν ολοφάνερο πως ήταν κλειστό, και η ώρα ήταν μία παρά τέταρτο. Στάθηκε λίγο ακίνητος και έχωσε το κεφάλι του μέσα από τα κάγκελα. Όλα τα φώτα κλειστά και κανένας μέσα. «Την τύχη μου τη μαύρη,» φώναξε απελπισμένος ο κύριος Χουίτης. Μα δεν υπήρχε άλλη λύση, το στομάχι του ήταν έτοιμο να ανατιναχτεί σα μπόμπα. Έπρεπε αναγκαστικά να βρει κάτι φαγώσιμο, κι αφού δεν υπήρχε τίποτα άλλο στη γειτονιά του θα έπρεπε να πάει μέχρι… την πλατεία.

Μόνο και μόνο στη σκέψη αυτή ο Χουίτης φρίκαρε. Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από την πλατεία. Όλ’ αυτά τα φώτα και οι δυνατές μουσικές και οι σιχαμένοι άνθρωποι να γυρνάνε από δω κι από κει και όλοι να φωνάζουν λες και είναι κωφάλαλοι, και γενικά μπουρδελοκατάσταση. Άσε τα γλοιώδη τζάνκια που σου κολλάνε σα βδέλλες και σου πρήζουν τα παπάρια για λίγα ψιλά. Άσε που μπορεί να πετύχαινε εκεί και τον σιχαμένο τον Καπετάνιο και να του ‘πρηζε κι αυτός την πούτσα. Και ήταν και κανα μισάωρο δρόμος μέχρι εκεί. Μα δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Ή θα πήγαινε ως την πλατεία και θα έπαιρνε κάτι να φάει ή θα πέθαινε σα σκύλος στους δρόμους απ’ την πείνα. «Είμαι νέος ακόμα ρε πούστη μου,» σκέφτηκε και με αποφασιστικότητα και ταχύ βήμα ξεκίνησε για την πλατεία.

Σε μισή ώρα ακριβώς ήταν εκεί, πεινασμένος, εξουθενωμένος, τρομαγμένος. Ότι φοβόταν βρισκόταν εκεί, στην άθλια πλατεία, στη μια και είκοσι τη νύχτα. Αρχικά ήταν τα τζάνκια, που, όπως το περίμενε, έγειραν απαλά πάνω του ζητώντας ψιλά και πρηζοντάς του τα αρχίδια. Και μετά – ω η φρίκη! – ήταν ο Καπετάνιος. Σιχαμένος όπως πάντα άρχισε να του μιλάει για χόρτα, μα ο Χουίτης δεν ήθελε να ακούσει ούτε λέξη, οπότε αποφασιστικά διέκοψε το βαποράκι και είπε: «Ρε πάω μια στο περίπτερο να πάρω κανα σάντουιτς, περίμενε εδώ». Μα τα είχε σκεφτεί όλα. Θα πήγαινε στο περίπτερο, θα αγόραζε ότι έβρισκε και θα έφευγε από τον πίσω δρόμο, που θα του έπαιρνε λίγη ώρα παραπάνω, αλλά τουλάχιστον θα απέφευγε να ξαναπεράσει απ’ την πλατεία. Έτσι θα το ‘κανε δηλαδή, αν ο Καπετάνιος δεν του ανέτρεπε τα σχέδια λέγοντας πως «τα περίπτερα κλείσανε ρε μαν». Ο κύριος Χουίτης έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια του. «Μα πώς είναι δυνατόν να κλείνουν τόσο νωρίς;» αναρωτήθηκε σιωπηλά. «Βασικά ρε φίλε όλα κλειστά είναι τέτοια ώρα, δεν παίζει να βρεις τίποτα να φας,» συμπλήρωσε ο Καπετάνιος αφήνοντας σύξυλο τον πεινασμένο Χουίτη. «Τι;» φώναξε ο τελευταίος ενώ ο τρόμος κυρίευε το προσωπό του. «Μα πώς;»

Δεν κάθισε να ακούσει τον Καπετάνιο να του εξηγήσει, μα, φοβισμένος σα χτυπημένο θηρίο, το έβαλε στα πόδια ψάχνοντας κάτι που θα του έδινε ζωή, κάτι φαγώσιμο. Δεν βρήκε τίποτα. Έσυρε το πονεμένο κορμί του μέσα από στενά και πλατείες, μέσα από τζάνκια και κυριλέδες, μέσα από τραβέλια και κουστουμαρισμένους, μόνο και μόνο για να αντικρίσει το φρικτό θεάμα των κλειστών φαγάδικων και των κλειστών περίπτερων. «Μα δεν είναι ούτε μιάμιση ακόμα,» είπε δυνατά ο κύριος Χουίτης, μα τίποτα δεν άλλαζε. Τσίμπησε τον εαυτό του για να δει αν όλο αυτό που ζούσε ήταν ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης, μα δυστυχώς ήταν η σκληρή πραγματικότητα. Ξάπλωσε σ’ ένα παγκάκι απογοητευμένος, μα γρήγορα σηκώθηκε και άρχισε να κολλάει στους περαστικούς ζητώντας μονάχα ένα κομμάτι ψωμί. Μα και όσοι καλοπροαίρετοι σταμάτησαν όχι για να τον φτύσουν ή να τον βρίσουν δεν είχαν τίποτα φαγώσιμο επάνω τους. Και η ώρα έφτασε δυο, και μετά δυο και τέταρτο, και μετά δυόμιση, και ο Χουίτης ακόμα έψαχνε, μα πλέον ήξερε ότι δε θα ‘βρισκε τίποτα, πως θα ‘μενε εκεί πεινασμένος για πάντα, πεινασμένος και μόνος και έρημος, χωρίς καν να έχει να πίει λίγο χόρτο, εκεί, στην πλατεία… Τελικά δεν έγινε ακριβώς έτσι.

Ο κύριος Χουίτης πήρε το δρόμο του γυρισμού. Έφτασε στο σπίτι του, έκλεισε με έναν βαθύ αναστεναγμό την πόρτα, ήπιε κι ένα μικρό joint που είχε αφήσει σε ένα συρτάρι στην κουζίνα από καιρό, για περίπτωση ανάγκης, και γρήγορα έπεσε να κοιμηθεί. Πεινασμένος. Απογοητευμένος. Νικημένος…

Advertisements

5 Σχόλια to “Η Φρικτή Νύχτα των Munchies”

  1. Ούτε Καν Σεπτεμβρίου 29, 2012 στις 6:34 πμ #

    γαμησε η ιστοριουλα…η καλυτερη μεχρι στιγμης

  2. sap Σεπτεμβρίου 29, 2012 στις 7:55 πμ #

    Ωραία. Μ’ αρέσουν οι μικρές λεπτομέρειες γύρω απο τις σκέψεις του. π.χ. «Το ήξερε οτι είχε φάει κατα τις 5 αλλα δεν ήθελε να το παραδεχτεί»

  3. Nikos Xiros Σεπτεμβρίου 29, 2012 στις 8:02 μμ #

    filaraki gamates oi istories sou ! anupomonw gia thn epomenh ! pantws oi nuxtes twn munchies einai friktes 😛

  4. kdoadkaokd Οκτώβριος 7, 2012 στις 12:35 μμ #

    ΦΙΛΕ, ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ, ΣΥΝΕΧΙΣΕ!

  5. to.marion Οκτώβριος 13, 2012 στις 11:50 πμ #

    eprepe na to eixa katalavei oti to artouri krivetai piso apo ola auta. bravo kirie houiti.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: