Το βαποράκι της γειτονιάς

22 Σεπτ.

Ο ενοχλητικός ήχος του κινητού του τηλεφώνου έβγαλε τον κύριο Χουίτη απ’ τον συνηθισμένο καθημερινό λήθαργο του. Άφησε γρήγορα μα προσεχτικά το joint του στο τασάκι, έκλεισε ένα περιοδικό με έπιπλα κήπου που του άρεσε να χαζεύει κάθε φορά που γινόταν κομμάτια και κουρασμένος άπλωσε το χέρι του προς το τραπεζάκι. Αριθμός άγνωστος. Κάθισε λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου σκεπτικός και τελικά απάντησε.

– Ναι;

– Έλα ρε Χουίτη, τι γίνεται ρε;

– Ποιος είναι;

– Ο Καπετάνιος είμαι ρε!

– Α, έλα ρε, πως πάει;

– Όλα καλά ρε φίλε, εσύ; Τι νέα;

– Ε, εδώ, στον αγώνα… την παλεύω.

– Είσ’ ωραίος ρε φιλαράκι, είσ’ ωραίος. Να σου πω ρε συ… ψήνεσαι για κανά σκανάκι;

– Σκανάκι; Σωστό;

– Το καλύτερο της ζωής σου φίλε μου!

– Πόσο πάει το μαλλί;

– Ε, με των 15, κλασσικά.

– Α… και είναι σωστό, ε;

– Ε μα τώρα πλάκα σου κάνω; Το σωστότερο!

– Δεν ξέρω ρε συ γιατί εγώ έχω μπόλικο ακόμα εδώ πέρα.

– Φίλε άκουσε με, μπορεί να έχεις τα καλύτερα χορτάρια της Ευρώπης στο σαλόνι σου, αλλά τέτοιο σκου δεν έχεις ξαναπίει.

– Έτσι ε; Ε ωραία ρε φίλε, να πάρω ένα γραμμαριάκι να το δοκιμάσω να σου πω.

– Είσ’ ωραίος ρε μαν. Παρκάκι;

– Παρκάκι σε καμιά ωρίτσα. 15, ε;

– Ναι, ναι, 15.

– Οκ, τα λέμε.

– Έγινε ρε μαν, άντε τσάο.

Ο κύριος Χουίτης έκλεισε κάπως μπερδεμένος το τηλέφωνο – δεν του χε ξανατύχει να τον πάρει ο Καπετάνιος ή οποιοδήποτε άλλο βαποράκι για να του πουλήσει φούντα, συνήθως εκείνος κανόνιζε – μα και συνάμα ευχαριστημένος που του εμφανίστηκε απ’ το πουθενά κάτι τέτοιο. Φόρεσε λοιπόν τη φρεσκοπλυμένη φόρμα του, ένα άσπρο καθαρό μπλουζάκι, γυαλί μαύρο κι άραχνο, ένα καπελάκι με ένα φουντόφυλλο ζωγραφισμένο επάνω και πήρε κι ένα μπουκαλάκι νερό, τελείωσε το τσιγαριλίκι που είχε αφήσει στη μέση, άραξε λίγο και στον άνετο καναπέ του και σιγά σιγά ξεκίνησε για το παρκάκι.

Τέλος πάντων, σε μια ωρίτσα όπως είχαν συμφωνήσει ήταν εκεί. Από μακριά εντόπισε με το αετίσιο μάτι του τον πιο σιχαμένο άνθρωπο, μες στη βρώμα, με ρούχα που ζέχνανε, μάτια κόκκινα, μπλουζάκια πορτοκαλοκίτρινα με πράσινες ρίγες και άλλα άσχετα μεταξύ τους χρώματα, μια αηδία με λίγα λόγια. Αυτός ήταν ο Καπετάνιος, το βαποράκι της γειτονιάς.

Ο κύριος Χουίτης πάντα θεωρούσε τον Καπετάνιο γλοιώδη και άθλιο, πάντα τον απεχθανόταν και κάθε φορά που αναγκαζόταν να έχει κάποια συναλλαγή μαζί του έφτανε στα πρόθυρα της απόλυτης φρίκης. Τόσο σιχαμένος ήταν. Αλλά σε θέματα χόρτου τον παραδεχόταν, ήταν αδιαμφισβήτητα εξπέρ του είδους, και όταν έλεγε πως ένα σκανκ είναι σωστό τότε ήταν σωστό, γι’ αυτό και τον εμπιστευόταν. Που να ‘ξερε ο κακομοίρης τι πιστόλα θα του έπαιζε ο σιχαμένος…

Ο Χουίτης πλησίασε με φιλική διάθεση προς το μέρος του, ο Καπετάνιος έμεινε ακίνητος στο παγκάκι του με ένα σάπιο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπο του, δεν τον είχε καταλάβει ακόμα. Έπρεπε να φτάσει δίπλα του και να τον σκουντήξει για να καταλάβει. Τον είδε και πετάχτηκε εκστασιασμένος επάνω, γεμάτος χαμόγελα και φιλιά. Τα άντερα του Χουίτη είχαν κάνει στροφή 180 μοιρών. Ας όψεται το σκανκ που είναι και σωστό, σκεφτόταν. «Λοιπόν, εδώ στο χω, το καλύτερο σκανάκι της ζωής σου,» είπε ο Καπετάνιος με τον γνωστό αηδιαστικό τρόπο του. «Ένα τζι, πιες το και θα με θυμηθείς.» Χωρίς να πει τίποτα, ο κύριος Χουίτης έβαλε διακριτικά το σακουλάκι στην τσέπη του, έδωσε τα λεφτά στον Καπετάνιο και κίνησε να φύγει.

Στη γωνία, δίχως να το περιμένει, εμφανίστηκαν απ’ το πουθενά δυο μπάτσοι, όχι ασφαλίτες, μπάτσοι κανονικοί με στολές, καπελάκια, όλα. Ο Χουίτης αγχώθηκε όπως ήταν λογικό, τα χέρια του άρχισαν να τρέμουν και με βιάση σουλουπώθηκε λίγο και φόρεσε τα μαύρα του γυαλιά για να κρύψει τα κατακόκκινα, σχεδόν ματωμένα, μάτια του. Οι μπάτσοι τον πλησίασαν και για μια στιγμή σκέφτηκε να τρέξει, μα αποφάσισε να μείνει σοβαρός στο δρόμο του. Τον σταμάτησαν. Ο Χουίτης τα ‘χασε. «Μπορώ να δω την ταυτότητα σας,» του είπε με το ύφος σοβαρής αγελάδας ο όφισερ. «Βε…βεβαίως,» είπε ο κύριος Χουίτης και βάλθηκε να ψαχουλεύει όλες του τις τσέπες με μανία, καθώς μουρμούριζε ακατανόητες φράσεις. «Μάλλον θα την άφησα στο σπίτι κύριε αστυνόμε,» είπε τραυλίζοντας και τρομαγμένος όσο ποτέ. «Μπορείτε να μου δείξετε τι έχετε στις τσέπες σας;» ρώτησε ξανά ο μπάτσος. Ο Χουίτης έγινε άσπρος σαν πανί. Έκανε ξανά πως ψαχουλεύει και χωρίς να βγάλει τίποτα από μέσα είπε ταραγμένος πως δεν έχει τίποτα στις τσέπες του. Ο μπασκίνας άπλωσε το μακρύ του χέρι μέσα στην τσέπη του παντελονιού του κύριου Χουίτη. Έβγαλε ένα σακουλάκι, το σακουλάκι με ένα γραμμάριο απ’ το καλύτερο σκανκ που θα είχε πιει ο Χουίτης σε όλη του τη ζωή. Αυτό ήταν.

Με συνοπτικές διαδικασίες ο Χουίτης βρέθηκε στην ψειρού. Έντεκα μήνες, σχεδόν ένας χρόνος, και παρ’ όλο που το μαύρο έδινε κι έπαιρνε στην φυλακή, ο κύριος Χουίτης πεισματικά δεν έπινε τίποτα, άσε που το περισσότερο ήταν αλβανός… Έντεκα μήνες νηφάλιος μέσα σ’ ένα κελί δυο επί δυο. Και τότε ήταν μόλις 22 χρονών… Ήξερε καλά βέβαια πως ο σιχαμένος ο Καπετάνιος τον είχε δώσει στην ψύχρα στους μπάτσους για να σώσει το τομάρι του, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’ αυτό.

Τέλος πάντων, οι μέρες πέρασαν και ο Χουίτης βγήκε, και πλέον, εφτά χρόνια αργότερα, το θυμόταν και γελούσε τις βραδιές που έπινε τσιγαριλίκια με τον “φίλο” του, τον Καπετάνιο… Ναι, κι όμως…

Τη μέρα που βγήκε απ’ τη φυλακή το πρώτο άτομο που τον περίμενε απ’ έξω ήταν εκείνος, το σιχαμερό βαποράκι, γλοιώδης όπως πάντοτε. Ο Χουίτης τον μισούσε, αλλά τον άφησε να μιλήσει. Του ζήτησε συγνώμη, έπεσε στα πόδια του, μόνο κώλο δεν του έδωσε, όλα τα άλλα τα έκανε ο άθλιος. Αλλά φαινόταν μετανιωμένος, όπως και να το κάνουμε. Μάλιστα, ως ένδειξη μεταμέλειας, του έδωσε 2 γραμμάρια από ένα σκανκ φοβερό τζάμπα, και του υποσχέθηκε και φτηνότερο χόρτο για όλη του τη ζωή. Ε, και με τα πολλά ξαναρχίσαν να “κάνουνε παρέα.”

Ο Χουίτης βέβαια δεν τον συγχώρησε τότε. Δεν τον συγχώρησε ποτέ, ούτε καν σήμερα δεν τον έχει συγχωρήσει ακόμα. Ο τύπος παραμένει το ίδιο σιχαμερός όπως ήταν πάντοτε, και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πως αν τον ξαναδένανε οι μπάτσοι και του ζητούσαν ονόματα αυτός θα τα έδινε χωρίς κανέναν ενδοιασμό, και μετά θα κλαιγόταν σαν παρθένα πεσμένος στα γόνατα. Αλλά τουλάχιστον πλέον του έκανε καλή τιμή στη φούντα…

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “Το βαποράκι της γειτονιάς”

  1. atreu73 Σεπτεμβρίου 23, 2012 στις 6:38 μμ #

    Μα καλά. Αυτός ο Χουίτης συνέχισε να πίνει με τον ρουφιάνο αφού έκανε φυλακή; Μα πόσο μαλάκας είσαι ρε Χουίτη;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: